Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ: ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΦΡΙΚΑΛΕΑΣ ΜΗΧΑΝΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΦΡΙΚΑΛΕΑΣ ΜΗΧΑΝΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ
FREE photo hosting by Fih.gr{Ήταν ως εκ τούτου μια Επανάσταση όχι ενάντια στη μια ή την άλλη νόμιμη, συνταγματική, δημοκρατική ή αυτοκρατορική μορφή της κρατικής εξουσίας. Ηταν μια Επανάσταση ενάντια στο ίδιο το κράτος, αυτό το υπερφυσικό έκτρωμα της κοινωνίας, ήταν ο ίδιος ο λαός που αναλάμβανε για το λογαριασμό του την ίδια του την κοινωνική ζωή. Δεν ήταν μια επανάσταση για τη μεταβίβαση της εξουσίας από ένα τμήμα των κυρίαρχων τάξεων σε ένα άλλο αλλά μια Επανάσταση για τη συντριβή αυτή της ίδιας της φρικαλέας μηχανής ταξικής κυριαρχίας.
ΚΑΡΛ Μαρξ (Άπαντα τομ. 22)}
Η Παρισινή Κομμούνα ήταν η πρώτη προσπάθεια "εφόρμησης στους ουρανούς" του προλεταριάτου. Αυτό ήταν ένα γεγονός που προκάλεσε τον τρόμο και την οργή της κυρίαρχης τάξης. Ο αποτροπιασμός και ταυτόχρονα η κατάπληξη της κυρίαρχης τάξης φαίνεται από τη φράση "Ήταν οικοδόμος και ήθελε να κυβερνήσει τη Γαλλία!".
Βήχος Παναγιώτης
Β.Ι.Λένιν: Τα διδάγματα της Κομμούνας
Μ.Μ.Παπαϊωάννου: Η Παρισινή Κομμούνα και η Ελλάδα

Αυτά ήταν τα λόγια ενός συνταγματάρχη των Βερσαγιέζων, τη στιγμή που εκτελούσε ένα οικοδόμο, τον Λεβέκ, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνοφρουράς. Ο Λέβεκ δεν ήταν παρά ένας από τους χιλιάδες κομμουνάρους που έπεσαν θύματα της θηριωδίας του αστικού στρατού. Μονάχα την τελευταία βδομάδα του Μάη του 1871 καταμετρήθηκαν στο Παρίσι τα πτώματα 17.000 κομμουνάρων. Ωστόσο οι δυνάμεις της αντίδρασης δεν σταμάτησαν να σκοτώνουν και να δολοφονούν μέχρι της 15 Ιούνη. Η περίφημη όμως "ματωμένη βδομάδα" διήρκεσε επτά μέρες, από τις 21 έως τις 28 Μάη και αποτελεί πια έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.

Μέσα σ΄ αυτή τη βδομάδα οι εργάτες του Παρισιού υπερασπίστηκαν, από οδόφραγμα σε οδόφραγμα, από σπίτι σε σπίτι, τις κατακτήσεις της πρώτης σοσιαλιστικής επανάστασης. Ας δούμε όμως πως εξελίχθηκαν τα πράγματα μέσα σ΄ αυτή τη "ματωμένη βδομάδα".

Στις 21 Μάη, ημέρα Κυριακή, στις 7 το βράδυ, στο μέγαρο του Δημαρχείου συνεδριάζει η ολομέλεια του Συμβουλίου της Κομμούνας. Εκεί συζητάνε την περίπτωση του Κλιζερέ, πρώην αντιπροσώπου της Κομμούνας στο υπουργείο Πολέμου. Ο Κλιζερέ ήταν παλιός αξιωματικός του στρατού, είχε πάρει μέρος στην κατάπνιξη της εργατικής εξέγερσης του 1848 και τώρα είχε προσχωρήσει στην Κομμούνα. Έχει συλληφθεί και κατηγορείται για μια σειρά από στρατιωτικά λάθη. Όμως ξαφνικά μπαίνει μέσα στην αίθουσα ο Μπιλιορέ, μέλος της Επιτροπής Λαϊκής Σωτηρίας. Τη σκηνή που ακολουθεί την περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο ο γνωστός δημοσιογράφος, κομμουνάρος και ιστορικός της Παρισινής Κομμούνας, Λισαγκαρέ:

"Μπαίνει ο Μπιλιορέ κατάχλομος και κάθεται για λίγο. Καθώς ο Βερμολέρ συνεχίζει να μιλάει, του φωνάζει: "Τελειώνετε, τελειώνετε. Έχω να σας κάνω μια πολύ σοβαρή ανακοίνωση".

Βερμορέλ: "Παραχωρώ το λόγο στον πολίτη Μπιλιορέ".
Ο Μπιλιορέ διαβάζει ένα χαρτί που τρέμει ελαφρά στα χέρια του. "Ντομπρόβσκι προς το Υπουργείο Πολέμου και Επιτροπή Λαϊκής Σωτηρίας. Οι Βερσαγιέζοι μπήκαν από την πύλη του Σεν Κλου. Παίρνω μέτρα για να τους απωθήσω. Αν μου στείλετε ενισχύσεις θα μπορέσω να το κατορθώσω".
Μια σιωπή γεμάτη έκπληξη. Μετά αρχίζουν οι ερωτήσεις.
... Η ώρα περνά με την κουβέντα. Δεν υπάρχουν ούτε προτάσεις, ούτε συζήτηση. Είναι οκτώ η ώρα. Ο πρόεδρος Ζιλ Βαλές κλείνει τη συνεδρίαση. Την τελευταία συνεδρίαση της Κομμούνας!".

Αυτή η χαρακτηριστική περιγραφή του Λισαγκαρέ φέρνει στην επιφάνεια αυτό που ίσως ήταν το μεγαλύτερο μειονέκτημα της Κομμούνας: η έλλειψη επαναστατικής ηγεσίας.

Στις 21 Μάη λοιπόν, ο στρατός των Βερσαγιέζων μπαίνει στο Παρίσι. Η αστική τάξη έχει πάρει πια την απόφαση να πνίξει στο αίμα τους εργάτες του Παρισιού που από τις 18 Μάρτη είχαν εγκαθιδρύσει τη δικιά τους εξουσία. Την κρίσιμη αυτή στιγμή όμως το Συμβούλιο της Κομμούνας διαλύεται.

Η Κομμούνα σχηματιζόταν από τους δημοτικούς συμβούλους που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ηταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν οποιαδήποτε στιγμή. Η πλειοψηφία τους αποτελούνταν από εργάτες ή αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης.

Δεν είχαν όμως μια ξεκάθαρη ιδεολογική κατεύθυνση. Οι ιδέες που επικρατούσαν ήταν οι ιδέες του Προυντόν, ενός ουτοπικού σοσιαλιστή, που ονειρευόταν ένα κόσμο φτιαγμένο σε μια ομοσπονδία σοσιαλιστικών κοινοτήτων (κομμούνες). Ετσι ουσιαστικά, ποτέ δεν μπήκε το ζήτημα της κρατικής εξουσίας για ολόκληρη τη χώρα.

Το Παρίσι απομονώθηκε και δέχτηκε την επίθεση όλου του αστικού στρατού.
Η στρατιωτική κατάσταση, παρά την αισιοδοξία του Ντομπρόβσκι, χειροτερεύει. Όλη τη νύχτα της 21ης προς της 22ης του Μάη νέες δυνάμεις των Βερσαγιέζων εισχωρούν στο Παρίσι. Η αντίσταση των Κομμουνάρων είναι σθεναρή αλλά ανοργάνωτη. Ο Ιστορικός της Κομμούνας, Τάλες, λέει:

"Οι διαδοχικές γραμμές της άμυνας καθώς δεν ήταν οργανωμένες αυτοσχεδίαζαν παντού. Οτι έκαναν το έκαναν κατά τύχη, κατά την πρωτοβουλία ή την θέληση του καθένα".
Η κεντρική διοίκηση είχε διαλυθεί. Κάθε μέλος της Κομμούνας είχε πάει στο διαμέρισμα του και οργάνωνε εκεί την αντίσταση. Άρχισαν να στήνονται οδοφράγματα παντού. Μέχρι το βράδυ, οι Βερσαγιέζοι είχαν καταλάβει ένα μεγάλο τμήμα του Δυτικού Παρισιού, όπου βρίσκονται βασικά οι αστικές συνοικίες και έχουν δημιουργήσει ένα μέτωπο οκτώ χιλιομέτρων.

Όλοι οι εργάτες βρίσκονται στο δρόμο. Ο Λισαγκαρέ γράφει στην εφημερίδα του: "Ο Λόγος του Λαού": "Ας θυμηθούμε τη 18η Μάρτη. Στη φωτιά τώρα! Δεν αρκεί πια να φωνάζουμε: Ζήτω η Δημοκρατία! Αλλά να την κάνουμε να ζήσει!".

Αυτή τη Δημοκρατία, που είχε ανοίξει μια νέα ζωή στους εργάτες, "ένα νέο αιώνα". Αυτή που περιγράφει ο χρονογράφος της ίδιας εφημερίδας στις 19 Μάη:
"Μπαίνουν, βγαίνουν, κυκλοφορούν, συγκεντρώνονται. Το γέλιο του πιτσιρικά του Παρισιού διακόπτει τις πολιτικές συζητήσεις. Πλησιάστε στις ομάδες και ακούστε. Ενας ολόκληρος λαός συζητάει για πολύ σοβαρά ζητήματα. Για πρώτη φορά ακούς εργάτες να ανταλλάσσουν εκτιμήσεις πάνω σε προβλήματα που μόνο τους φιλόσοφους απασχολούσαν μέχρι τώρα.

Φύλακες δεν υπάρχουν. Κανένας αστυφύλακας δεν κλείνει το δρόμο δεν εμποδίζει τους διαβάτες. Η ασφάλεια είναι απόλυτη.
Παλιά, όταν αυτός ο ίδιος λαός έβγαινε σε κατάσταση ευθυμίας από τους χορούς του, οι αστοί παραμέριζαν λέγοντας χαμηλόφωνα: Αν αυτοί οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι, τι θα γινόμασταν; Τι θα γινόντουσαν οι ίδιοι;". Τώρα είναι ελεύθεροι και δε χορεύουν. Είναι ελεύθεροι και μάχονται. Όταν ένας καλόπιστος άνθρωπος περνά δίπλα τους σήμερα καταλαβαίνει ότι ένας νέος αιώνας γεννήθηκε".
Η 23 Μάη ήταν μια πολύ κρίσιμη μέρα. Η αντίσταση είχε οργανωθεί καλά. Οι Βερσαγιέζοι με 30 χιλιάδες στρατό περικυκλώνουν το λόφο της Μονμάρτης. Η Μονμάρτη πέφτει.
Ο λόφος αυτός που δεσπόζει στο Παρίσι είναι ένα επαναστατικό σύμβολο. Από εδώ ξεκίνησε η Κομμούνα στις 18 Μάρτη. Ο Μαρξ αναλύοντας την υλική βάση αυτής της εξέγερσης έλεγε:

"Η Δεύτερη Αυτοκρατορία είχε διπλασιάσει το εθνικό χρέος και είχε βουτήξει σε βαριά τοπικά χρέη όλες τις μεγάλες πόλεις. Ο πόλεμος (με τους Πρώσους) είχε αυξήσει τρομερά τις απαιτήσεις προς το έθνος και είχε καταστρέψει ανελέητα τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Και για να ολοκληρωθεί η καταστροφή, παρουσιάστηκε ο Πρώσος Σάιλοκ με το γραμμάτιό του για τη συντήρηση μισού εκατομμυρίου στρατιωτών στο γαλλικό έδαφος, για την πολεμική αποζημίωσή του από πέντε δισεκατομμύρια και για τον τόκο 5% στις απλήρωτες δόσεις της αποζημίωσης. Ποιος θα πλήρωνε το λογαριασμό; Μόνο με τη βίαιη ανατροπή της δημοκρατίας μπορούσαν οι σφετεριστές του πλούτου να ελπίζουν ότι θα φορτώσουν στους ώμους των δημιουργών αυτού του πλούτου τα έξοδα ενός πολέμου που τον είχαν προκαλέσει αυτοί οι ίδιοι.
Αυτή η συνωμοσία σκόνταφτε μονάχα σ΄ ένα μεγάλο εμπόδιο - το Παρίσι. Ο αφοπλισμός του Παρισιού ήταν ο πρώτος όρος της επιτυχίας".

Σαν πρώτο βήμα, ο Θιέρσος στέλνει το στρατό του να πάρει τα κανόνια της Μονμάρτης. Αυτά τα κανόνια ήταν στην κυριολεξία ιδιοκτησία των εργατών. Η εθνοφρουρά με δικά της λεφτά τα είχε φτιάξει και είχε οπλιστεί μπροστά στην άρνηση του Θιέρσου και της αστικής τάξης να υπερασπιστεί τη χώρα από τον Πρωσικό στρατό.

Στις 18 Μάρτη ο λαός του Παρισιού ξεσηκώνεται για να υπερασπιστεί τα κανόνια του. Ο στρατός συναδελφώνεται με τον λαό. Οι αξιωματικοί εκτελούνται. Οι αστοί πανικοβάλλονται. Εγκαταλείπουν το Παρίσι και καταφεύγουν στις Βερσαλλίες. Η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των εργατών χωρίς αυτοί να το έχουν καταλάβει.

Η μόνη οργάνωση του λαού που υπάρχει είναι η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς, η οποία αποτελείται από εκλεγμένους αντιπροσώπους των ενόπλων εργατών. Αυτή γίνεται κυβέρνηση. Θέλει όμως να διώξει από πάνω της το βαρύ φορτίο το συντομότερο δυνατό. Σε 10 μέρες κάνει εκλογές και εκλέγεται η Κομμούνα.

Τώρα, η πτώση της Μονμάρτης επισφραγίζει όλη την αναποφασιστικότητα της ηγεσίας να προχωρήσει από τις πρώτες μέρες να συντρίψει τον πανικόβλητο αστικό στρατό και να εγκαθιδρύσει την εργατική εξουσία σ΄ ολόκληρη τη χώρα.
Στις 24 Μάη, οι εφημερίδες, καθώς και τις τελευταίες μέρες, κυκλοφορούν με αποκλειστικά στρατιωτικές ειδήσεις για την εξέλιξη των μαχών και ανακοινώσεις του Υπουργείου Πολέμου και της Επιτροπής Λαϊκής Σωτηρίας.

Χαρακτηριστικό γι΄ αυτό είναι ένα απόσπασμα από το "Λόγο του Λαού":
"Σήμερα το πρωί οι Βερσαγιέζοι, λένε, έκαναν μια κυκλική κίνηση από την πύλη του Κλινιανκούρ. Αυτή η κίνηση έχει σα στόχο να περικυκλώσει τον λόφο της Μονμάρτης και να απομονώσει τη Μπεβίλ. Η λεωφόρος Ορνανό υπερασπίζεται καλά. Οι πυροβολισμοί απλώνονται πίσω από την οδό Ζεσέν. Η κόκκινη σημαία κυματίζει πάντα στην Πλατεία του Υδραγωγείου".
Οι επιθέσεις των Βερσαγιέζων είναι βίαιες και οι αιχμάλωτοι που συλλαμβάνονται εκτελούνται. Αυτό μεγαλώνει την αποφασιστικότητα των εργατών του Παρισιού. Συγκεντρώνονται στις εργατικές συνοικίες. Εδώ οι δρόμοι είναι στενοί και η αντίσταση καλύτερη. Ο διοικητής του Παρισιού, Οσμάν, πολλά χρόνια πριν είχε χαράξει στο Παρίσι μεγάλους και φαρδείς δρόμους, τα μπουλβάρ. Είχε προβλέψει ότι θα δίνονταν μάχες και χρειάζονταν μεγάλοι δρόμοι για το πυροβολικό.

Οι Παριζιάνοι για να αντισταθούν βάζουν φωτιές στα μεγάλα κτίρια. Φτιάχνονται τείχη φωτιάς. Οι αστοί εξεγείρονται. Τι ενδιαφέρει τους εργάτες όμως, αφού δεν πρόκειται να ζήσουν σε μια πόλη που δεν είναι δική τους;

Στις 25 και 26 Μάη το μέτωπο των Κομμουνάρων όσο πάει και μικραίνει. Μένουν οι εργατικές συνοικίες στα ανατολικά του Παρισιού. Αυτή ήταν η καρδιά της επανάστασης και αυτή θα κρατήσει μέχρι το τέλος, έστω και αν δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για τη νίκη της και την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας. Ο Λένιν στο άρθρο του "Στη Μνήμη της Κομμούνας" (το δημοσιεύουμε στο αφιέρωμα αυτό) γράφει:

"Για να είναι νικηφόρα μια κοινωνική επανάσταση πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δυο προϋποθέσεις: υψηλό επίπεδο ανάπτυξης παραγωγικών δυνάμεων και προετοιμασία του προλεταριάτου. Το 1871 όμως αυτές οι δυο Προϋποθέσεις δεν υπήρχαν. Ο γαλλικός καπιταλισμός δεν ήταν ακόμα αρκετά ανεπτυγμένος και η Γαλλία ήταν τότε βασικά μια μικροαστική (από βιοτέχνες, αγρότες, μικροέμπορους κλπ). Εκτός από αυτό δεν υπήρχε εργατικό κόμμα".

Τα μέλη της Πρώτης Διεθνούς του Μαρξ ήταν λίγα και ο ρόλος που έπαιξαν μικρός. Σαράντα περίπου χρόνια μετά, η εργατική τάξη έφτιαξε το δικό της κόμμα, το Μπολσεβίκικο κόμμα που την οδήγησε στην εξουσία το 1917 στη Ρωσία.

Παρόλα αυτά, οι κατακτήσεις της Κομμούνας, έστω και στο μικρό διάστημα της διακυβέρνησης της ήταν πολύ σημαντικές και αποτέλεσαν ορόσημο για τις επόμενες επαναστάσεις καθώς και γι΄ αυτήν που είναι μπροστά μας. Οι πιο σημαντικές κατακτήσεις της Κομμούνας ήταν οι εξής:
- Το πρώτο διάταγμά της, για την κατάργηση του μόνιμου στρατού και η αντικατάστασή του με τον οπλισμένο λαό.
- Η αστυνομία που μέχρι τότε ήταν το όργανο της κεντρικής κυβέρνησης απογυμνώθηκε αμέσως από όλες τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο όργανο της Κομμούνας που μπορούσε να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή.

- Το ίδιο έγινε και με τους δημόσιους υπαλλήλους σε όλους τους κλάδους της διοίκησης. Από τα μέλη της Κομμούνας ως τους κατώτερους υπαλλήλους η δημόσια υπηρεσία αμειβόταν με εργατικούς μισθούς.
- Χωρίστηκε η εκκλησία από το κράτος και απαλλοτριώθηκαν όλες οι εκκλησίες που αποτελούσαν οργανισμούς με ιδιαίτερη περιουσία.
- Όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα άνοιξαν δωρεάν για το λαό και ταυτόχρονα ξεκαθαρίστηκαν από κάθε επέμβαση της εκκλησίας και του κράτους.

Το Σάββατο στις 27 Μάη έχει μείνει ένας πολύ μικρός χώρος για τους εργάτες που συνεχίζουν να παλεύουν ενάντια στην αστική καταπίεση. Μένει πια η εργατική συνοικία της Μπελβίλ.

Οι Κομμουνάροι στις σφαγές των Βερσαγιέζων, αντιδρούν μ΄ ένα τρόπο σπασμωδικό. Εκτελούν τους ομήρους που είχαν στις φυλακές τους, τους ανώτερους κληρικούς, τους αστούς και φυσικά τους χαφιέδες των Βερσαγιέζων (κάτι που δεν μας λυπεί ιδιαίτερα, για να μην πούμε καθόλου).

Οι "θεάρεστες" όμως ψυχές των αστών εξεγείρονται. Αυτό όμως ήταν κάτι που έπρεπε να είχε γίνει πολύ νωρίς. Έπρεπε δηλαδή να είχαν εγκαθιδρύσει τη δική τους εξουσία και κάθε αστική σαπίλα έπρεπε να εξαφανιστεί.

Διαφορετικά η δικτατορία των αστών είναι αμείλικτη. Αυτό ήταν ένα λάθος, αξίζει να σημειωθεί, που δεν έκαναν οι Μπολσεβίκοι αλλά υπάρχουν πολλοί αναρχοφιλελεύθεροι που τους κατηγορούν.
Δείγμα της ατολμίας των ηγετών της Κομμούνας ήταν ότι δεν τόλμησαν να πειράξουν την τράπεζα της Γαλλίας. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Μαρξ να κάνει μια προσθήκη στο "Κομμουνιστικό Μανιφέστο":Η εργατική τάξη παίρνοντας την εξουσία στα χέρια της πρέπει να συντρίψει τον παλιό αστικό κρατικό μηχανισμό και να επιβάλλει τη δικιά της δικτατορία.

Ο Ιστορικός της Κομμούνας, Τάλες, λέει:
"Πεπεισμένος ότι η αστική τάξη θα έχανε από τα προνόμια της ο Θιέρσος αρνήθηκε να συζητήσει ακόμα και με τους μετριοπαθείς της Κεντρικής Επιτροπής. Τοποθετώντας τα συμφέροντα της τάξης του πάνω από κάθε ηθική, δεν είχε κανένα ενδοιασμό να παλέψει με το ψέμα και τη συκοφαντία. Νικητής δεν σκεφτόταν παρά να καταστρέψει όσο μπορούσε περισσότερο τα σπέρματα της σοσιαλιστικής επανάστασης".

Το πρωί της Κυριακής στις 28 Μάη, η Κομμούνα πεθαίνει. Από νωρίς οι Βερσαγιέζοι γλιστράνε πίσω από τους τελευταίους υπερασπιστές. Τα οδοφράγματα πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Το μεσημέρι η Κομμούνα ρίχνει τον τελευταίο πυροβολισμό της. Η Κομμούνα είχε "πεθάνει".
Είχε όμως πράγματι πεθάνει; Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε μονάχα αφήνοντας δυο αστούς συγγραφείς να μιλήσουν για την Κομμούνα. Είμαστε ήδη ένα χρόνο μετά την ήττα, στα 1872 και όμως οι αστοί ανησυχούν επειδή...

"Δεν μας απασχολεί πολύ ότι η νίκη έχει κι άλλους στόχους εκτός από τον θρίαμβο, ότι τίποτα δεν άλλαξε στο πνεύμα των νικημένων εκτός από την πρόθεση μιας μεγαλύτερης μνησικακίας και ότι πρέπει να ασχοληθούμε με το γεγονός ότι η κοινωνική επανάσταση βρίσκεται διαρκώς στο κατώφλι της κοινωνίας".

Και τέλος καταλήγουν με πάρα πολύ μεγάλη ειλικρίνεια:
"Τι εμπόδιο μπορούμε να της βάλουμε; Ένα μόνο: τη δύναμη, το στρατό".
Σήμερα, 131 χρόνια μετά την ηρωική εξέγερση των εργατών του Παρισιού, η άλυτη κρίση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού γίνεται ολοένα και πιο βαθιά και έτσι βάζει πάλι με τον πιο άμεσο τρόπο το ζήτημα της ανατροπής του και της κοινωνικής αλλαγής. Σήμερα τα μαθήματα της Κομμούνας και τα ζητήματα που έβαλε είναι περισσότερο από ποτέ επίκαιρα.

Στο στρατό, το μόνο όπλο της αστικής τάξης, οι εργάτες πρέπει να αντιτάξουν το δικό τους συνειδητό όπλο, το εργατικό επαναστατικό κόμμα, κάτι που έλειψε από την Κομμούνα του Παρισιού.

Αυτό είναι και το πιο σημαντικό συμπέρασμα που βγάζει και ο Τρότσκι στο άρθρο του "Τα μαθήματα της Κομμούνας":
"Το εργατικό κόμμα - το αληθινό - δεν είναι μια μηχανή για κοινοβουλευτικές μανούβρες. Είναι η συσσωρευμένη και οργανωμένη πείρα του προλεταριάτου. Μόνο με τη βοήθεια του κόμματος που στηρίζεται σ΄ όλη την περασμένη ιστορία, που προβλέπει θεωρητικά τους δρόμους της ανάπτυξής του, όλους του τους σταθμούς και εξάγει τον τύπο της απαιτούμενης δράσης, το προλεταριάτο απελευθερώνει από την ανάγκη να ξαναρχίζει πάντα την ιστορία του εξαιτίας των δισταγμών του, της αναποφασιστικότητάς και των λαθών του".


Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

«Αντιρατσιστικός» Νόμος: Νέο «Ιδιώνυμο»;

«Αντιρατσιστικός» Νόμος: Νέο «Ιδιώνυμο»; FREE photo hosting by Fih.gr
Πολύς ο λόγος για την ψήφιση ή μη του «αντιρατσιστικού» Νόμου που έχει γίνει το κυριότερο σημείο σύγκρουσης κυβέρνησης – αντιπολίτευσης και όχι μόνο. Προσωπικά πιστεύω – και το έχω δηλώσει και πολύ παλιότερα όταν προδιαγράφονταν η άνοδος της Χρυσής Αυγής – ότι με απαγορευτικούς Νόμους και όρια σε ιδέες – όσο αποκρουστικές κι αν είναι αυτές – δεν αντιμετωπίζεται το φαινόμενο του φασισμού. Εκτός νόμου μπορεί να τεθούν κόμματα μόνο για τη δράση τους, όταν φαίνεται ξεκάθαρα πώς πρόκειται για εγκληματικές συμμορίες, όπως η Χρυσή Αυγή. Αυτό όμως προϋποθέτει πώς θα λειτουργεί η Δημοκρατία, κάτι που δεν συμβαίνει - τουλάχιστον - τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια των Μνημονίων. Με απαγορεύσεις και νέα «Ιδιώνυμα» που μπορούν να στραφούν τη δεδομένη στιγμή και κατά της Αριστεράς, εγώ είμαι αντίθετος. Λένε και γράφουν ότι η Χρυσή Αυγή γιγαντώθηκε λόγω της οικονομικής κρίσης. Αυτό είναι η μισή αλήθεια. 
 
Η αύξηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις δεν οφείλονται μόνο στην οικονομική κρίση. Οφείλονται κυρίως στη χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος, στην απαξίωση των πολιτικών κομμάτων και στην αποβλάκωση ή και το φόβο που έχει φέρει αυτό το πολιτικό σύστημα μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, με ανύπαρκτη έως ελάχιστη συνήθως πολιτική συνείδηση! ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ! Όταν επαναφέρουμε τη Δημοκρατία στη χώρα που την γέννησε ο φασισμός δεν θ’ άχει πεδίο δράσης. Θα εξαφανιστεί έτσι όπως εμφανίστηκε. Σε αντίθετη περίπτωση ο φασισμός – και της κοινωνίας – βρίσκεται προ των πυλών. Στο χέρι μας να τον σταματήσουμε.
 
Βήχος Παναγιώτης

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Γρηγόρης Λαμπράκης: 50 χρόνια από τη δολοφονία του (ηχητικό αφιέρωμα)

Γρηγόρης Λαμπράκης: 50 χρόνια από τη δολοφονία του (ηχητικό αφιέρωμα)
Σήμερα 22 Μαΐου, συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τη δολοφονία του ηγέτη του κινήματος ειρήνης και βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη
 

 
 
Διαβάστε τη διακήρυξη με πάνω από 250 υπογραφές στελεχών της ΔΝ Λαμπράκη και του φιλειρηνικού κινήματος, πνευματικών ανθρώπων και συνδικαλιστικών στελεχών, δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα από Επιτροπή Πρωτοβουλίας στην ΕΣΗΕΑ: Διαβάστε στη συνέχεια τη Διακήρυξη για τα 50 χρόνια από τη δολοφονία Λαμπράκη: Η μνήμη του εμπνέει και κινητοποιεί…
Βήχος Παναγιώτης

Η διακήρυξη δόθηκε στη δημοσιότητα με ομιλίες από τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ Ανδρέα Ξανθό, τον συνδικαλιστή και υπεύθυνο του τμήματος Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ Σωτ. Σιώκο, το μέλος του Κ.Σ. της ΔΝ Λαμπράκη Βασίλη Κωτούλα, την Μαρία Αρβανίτη-Σωτηροπούλου, πρόεδρο της Πανελλήνιας Ιατρικής Εταιρείας κατά της Πυρηνικής και Βιοχημικής Απειλής και από τον Πάνο Τριγάζη, μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Ειρήνη και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.
Παρέστησαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ Κ Ζαχαριάς (Αρκαδία) και Κ. Δερμιτζάκης (Λασήθι). Επίσης αρέστησαν ο πρόεδρος της ΠΟΕΣΥ Γ. Σαββίδης και ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Δημ. Τρίμης, από την Ε.Ε. της ΑΔΕΔΥ ο Γ. Χαρίσης, ο δημ. Σύμβουλος Αγ. Παρασκευής Γιάννης Σταθόπουλος, ο παλαίμαχος συνδικαλιστής και από τους ιδρυτές του κινήματος των Λαμπράκηδων Θανάσης Τσουκνίδας, ο Γ. Δολιανίτης, αντιπρόεδρος της ΚΕΑΔΕΑ, ο πρώην πρόεδρος της ΟΣΠΑ Χ. Σαββάκης και άλλα στελέχη του φιλειρηνικού κινήματος.
Όλοι οι ομιλητές ζήτησαν από τη Βουλή των Ελλήνων να ορίσει το 2013 «Έτος Λαμπράκη», ενώ ανακοίνωσαν σειρά εκδηλώσεων σε όλη την Ελλάδα, με αποκορύφωμα διεθνές συνέδριο τον Οκτώβριο με θέμα την ανακήρυξη της Μ. Ανατολής σε ζώνη ελεύθερη από πυρηνικά και άλλα όπλα μαζικής καταστροφής.
ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ
Στις 22 Μαΐου 2013 συμπληρώνονται 50 χρόνια από την δολοφονία του βουλευτή της αριστεράς και αγωνιστή της ειρήνης και της δημοκρατίας Γρήγορη Λαμπράκη, και τον Ιούνιο 50 χρόνια από την ίδρυση του κινήματος των Λαμπράκηδων.
Η μνήμη του Γρηγόρη Λαμπράκη συνδέει αγώνες και αιτήματα πολλών δεκαετιών του Ελληνικού λαού. Υπήρξε αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, πολυβαλκανιονίκης, υφηγητής της Ιατρικής, βουλευτής από το 1961, εκλεγμένος στην Α’ Πειραιά, ηγετική μορφή του κινήματος ειρήνης, οδοιπόρος του Ολντερμάστον και του Μαραθώνα.
Ευρύτατα έχει αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη η μορφή του Λαμπράκη να πορεύεται από τον Μαραθώνα, στις 21 Απρίλη 1963, κρατώντας το πανό του Ολντερμάστον με τη λέξη «ΕΛΛΑΣ» στη μία όψη και “GREECE” στην άλλη. Πορεία που είχε απαγορευθεί από την τότε κυβέρνηση Καραμανλή και η πραγματοποίηση της αποτέλεσε πράξη πολιτικής ανυπακοής, στις τότε συνθήκες, κινητοποιώντας χιλιάδες πολίτες, με κορυφαίους διανοούμενους και πολλούς νέους ανάμεσα τους.
Ένα μήνα μετά τον άθλο του Μαραθώνα, ο Γρηγόρης Λαμπράκης έπεφτε στη Θεσσαλονίκη, ύπουλα χτυπημένος από το φασιστικό παρακράτος, με συνένοχο και το τότε κράτος της δεξιάς.
Η δολοφονία του πυροδότησε ένα πλατύ κίνημα διαμαρτυρίας στην Ελλάδα και αλληλεγγύης με τον ελληνικό λαό στο εξωτερικό.
Ο ελληνικός λαός ξεσηκώθηκε, μετατρέποντας την κηδεία του Λαμπράκη, σε μεγάλο λαϊκό ποτάμι που η Αθήνα είχε να δει από την απελευθέρωσή της από τους Γερμανούς. Η συνέχεια ήταν μια «δημοκρατική παλίρροια», ιδιαίτερα στο χώρο της νέας γενιάς, με κύριο εκφραστή του το κίνημα των Λαμπράκηδων, που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Μίκη Θεοδωράκη. Ο λαϊκός εκείνος ξεσηκωμός, συνέχεια και κορύφωμα των δημοκρατικών αγώνων του «1-1-4», του 15% για την Παιδεία και των αγώνων για εθνική ανεξαρτησία, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «Ελληνικός Μάης του ‘63», συνοδεύτηκε από μια πολιτιστική άνοιξη και στο πολιτικό επίπεδο οδήγησε στην ήττα της ΕΡΕ στις εκλογές του Νοέμβρη 1963 και του Φλεβάρη 1964. Ανεκόπη, όμως, βίαια η δημοκρατική ανέλιξη του τόπου αρχικά με το παλατιανό πραξικόπημα του 1965 και η εκτροπή κορυφώθηκε με το αμερικανόμπνευστο στρατιωτικοφασιστικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.
Θεωρούμε ότι η μνήμη του Γρηγόρη Λαμπράκη εξακολουθεί να εμπνέει και να κινητοποιεί. Χρειαζόμαστε το ανυπότακτο πνεύμα του, την αγωνιστικότητά του και το αλληλέγγυο παράδειγμά του, ιδιαίτερα σήμερα που η ελληνική κοινωνία συνθλίβεται μέσα σε μια πολυδιάστατη διεθνή και ευρωπαϊκή καπιταλιστική κρίση, την οποία εκμεταλλεύονται οι νεοναζί, κερδοσκοπώντας πολιτικά και σκορπώντας τον φόβο και το ρατσιστικό μίσος για τους μετανάστες.
50 χρόνια μετά, το σύνθημα «Ο Λαμπράκης ζει» διατηρεί την αξία και το εξεργετικό του μήνυμα στο ακέραιο.
Ο Λαμπράκης Ζει γιατί παραμένουν ζωντανά τα οράματά του, μέσα στους σύγχρονους αγώνες για τη δημοκρατία, την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την εθνική ανεξαρτησία.
Ζει μέσα στις πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης που αναπτύσσονται σε όλη την Ελλάδα.
Ζει και ως σύμβολο ενότητας της αριστεράς, την οποία υπηρέτησε και ο ίδιος συμπαρατασσόμενος με την ΕΔΑ στα δύσκολα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια.
Ζει στους αγώνες για ενωμένη και ανεξάρτητη Κύπρο, χωρίς ξένους στρατούς και ξένες βάσεις, γέφυρα ειρήνης με την πολύπαθη Μ. Ανατολή, όπου μαίνεται ο πολυαίμακτος εμφύλιος πόλεμος της Συρίας και εξακολουθεί να ματώνει η Παλαιστίνη υπό την Ισραηλινή κατοχή.
Ζει στους αγώνες για ένα ειρηνικό και αλληλέγγυο μέλλον όλων των λαών της Βαλκανικής, μακριά από ιμπεριαλιστικές πολιτικές του «διαίρει και βασίλευε», ανιστόρητους μεγαλοϊδεατισμούς και εθνικιστικά μίση.
Ο Λαμπράκης Ζει και ενώνει τη βροντερή φωνή του με όλη την ανθρωπότητα, απαιτώντας «Ποτέ πια πόλεμος – Ποτέ πια φασισμός», «ΟΧΙ άλλη Χιροσίμα» - ΟΧΙ άλλο Τσέρνομπιλ – ΟΧΙ άλλη Φουκουσίμα».
Μάης 2013
Υπογράφουν ( με αλφαβητική σειρά ):
ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ΕΙΡΗΝΗ Φαρμακοποιός, Βουλευτής Κιλκίς
ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Αρχαιολόγος
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΝΑΣΟΣ Βουλευτής, Δημοσιογράφος
ΑΘΑΝΙΤΗ ΟΛΓΑ Ηθοπ,Αντιπρ.Αντιπυρην.Παρατηρ. Μεσογείου
ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Εικαστικός
ΑΛΕΞΑΤΟΣ ΜΠΑΜΠΗΣ Δημ. Συμβ. Δάφνης Υμηττού
ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Πανεπιστημιακός, Βουλευτής
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΣΙΑ Πανεπιστημιακός
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ Ιδιωτ. Υπάλληλος
ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ ΓΙΑΓΚΟΣ Πανεπιστημιακός
ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ ΗΛΙΑΣ Συνθέτης
ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ Τραγουδιστής
ΑΝΕΣΤΟΣ ΚΩΣΤΑΣ Συνδικαλιστής
ΑΞΕΛΟΣ ΡΗΓΑΣ Ηθοποιός, τ. Πρόεδρος ΣΕΗ
ΑΡΒΑΝΙΤΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ Γιατρός, Συγγραφέας
ΑΡΓΟΛΑΜΠΟΣ ΜΠΑΜΠΗΣ Δήμος
ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δικηγόρος, πρ. Πρόεδρος ΑΚΕ
ΑΡΩΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Αντιστασιακός
ΒΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ Χορευτής
ΒΑΚΗΣ ΑΛΕΞΗΣ Μουσικός Παραγωγός
ΒΑΜΒΑΚΑ ΤΖΕΝΗ Βουλευτής Β’ Πειραιά, Ψυχολόγος
ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΔΗΣ Αντιστασιακός, Πρόεδρος ΕΔΙΔ
ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ Μέλος ΓΣΕΕ
ΒΑΣΣΗΣ ΛΑΟΚΡΑΤΗΣ Εκπαιδευτικός
ΒΕΡΒΕΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Νομικός
ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ Πανεπιστημιακός
ΒΕΤΤΑ ΚΑΛ. Τραγουδίστρια
ΒΙΣΒΙΚΗ ΓΚΕΛΥ Φιλόλογος- Γλωσσολόγος
ΒΟΓΛΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Ηθοποιός
ΒΟΤΣΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Δημοσιογράφος
ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ Δημοσιογράφος
ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ Σκηνοθέτης
ΓΑΒΡΙΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Συνδικαλιστής
ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ ΚΩΣΤΑΣ Πανεπιστημιακός
ΓΕΡΑΝΙΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ Πανεπιστημιακός
ΓΕΡΑΝΙΟΥ ΖΩΗ Δημ. Συμβ. Αμαρουσίου
ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΧΑΡΑ Φαρμακοποιός
ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ Γ. Ιστορικός
ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Μέλος ΣΑΕ Περιφ. Ευρωπ.
ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΤΖΟΥΝΤΥ Πανεπιστημιακός
ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΕΦΗ Μεταφράστρια
ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΑΝΤΩΝΙΑ Ηθοποιός
ΓΙΟΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Κινηματογραφιστής
ΓΙΟΥΡΓΟΥ ΛΑΓΙΑ
ΓΚΟΓΚΟΓΛΟΥ ΑΓΓΕΛΟΣ Έμπορος
ΓΚΟΓΚΟΓΛΟΥ ΒΑΣΙΛΗΣ
ΓΚΟΤΣΗΣ ΔΗΜ. Δημ. Ν. Ιωνίας
ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ τ. Δήμαρχος Παλλήνης
ΓΛΕΖΟΣ ΜΑΝΩΛΗΣ Βουλευτής
ΓΟΛΕΜΗΣ ΧΑΡΗΣ Οικονομολόγος
ΓΟΥΝΑΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Δικηγ.,Γ.Γ. Κίν. Πολιτών κατά του Ρατσισμού
ΓΟΥΝΑΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ πρώην Υπαλλ. Βουλής
ΓΡΗΓΟΡΕΑ ΝΙΝΑ Μουσικός
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΜΙΧΑΛΗΣ Μουσικός
ΓΡΙΒΑΣ ΚΩΣΤΑΣ, Πανεπιστημιακός
ΔΑΜΟΦΛΗ ΒΕΡΑ Δημοσιογράφος
ΔΑΝΙΑ ΝΙΚΟΛΕΤΑ Φοιτήτρια
ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ ΜΙΜΗΣ Στέλεχος Ν.Δ. «ΛΑΜΠΡΑΚΗ»
ΔΕΔΕΣ ΛΙΩΝΗΣ Αρχαιολόγος
ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ ΦΩΤΗΣ Δημ. Σύμβουλος Μαραθώνα
ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ Φ, Σκηνοθέτης
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΡΑΓΓΑΚΗΣ Εκπαιδευτικός
ΔΟΛΙΑΝΙΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Σχολάρχης,Αντιπρόεδρος ΚΕΑΔΕΑ
ΔΟΥΔΟΥΜΗ ΛΙΤΣΑ Πολ. Μηχανικός
ΔΟΥΚΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Μέλος Διοίκησης ΓΣΕΕ
ΔΟΥΡΟΥ ΡΕΝΑ Πολιτ. Επιστήμων, Βουλευτής
ΔΡΙΤΣΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Βουλευτής Α΄Πειραιά, φαρμακοποιός
ΕΛΛΗΝΙΑΔΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ Δημοσιογράφος
ΕΠΙΤΡΟΠΙΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ Καθηγ. Πανεπ. Πίτσμπουργκ ΗΠΑ
ΖΑΜΑΝΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ Πρόεδρος Αντιστασιακών
ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ ΞΑΝΘΙΠΠΗ Διερμηνέας
ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ ΟΛΓΑ Αρχαιολόγος
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΩΣΤΑΣ Γιατρός, Βουλευτής Αρκαδίας
ΖΗΣΙΑΔΗΣ ΙΩΣΗΦ Βουλευτ. Ελβετίας
ΖΟΥΡΟΥΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ζωγράφος Καθηγητής ΑΠΘ
ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΝΑΣΟΣ πρ. Γραμματέας Νεολαίας ΣΥΝ
ΗΣΥΧΟΣ ΚΩΣΤΑΣ πρ. μέλος Δ.Σ.ΟΣΠΑ
ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ Φυσικός,Ερευν.ΕΚΕΦΕ «ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ»
ΘΕΩΝΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ τ. Ευρωβουλευτής
ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ Συνθέτης
ΚΑΒΟΥΡΙΑΡΗ ΝΙΝΑ, μέλος Δ.Ν. Λαμπράκη
ΚΑΒΟΥΡΙΑΡΗΣ ΜΑΚΗΣ, Πανεπιστημιακός
ΚΑΛΑΝΤΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, Εκπαιδευτικός
ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ Πανεπιστημιακός
ΚΑΛΗΜΕΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ Εκπαιδευτικός
ΚΑΛΛΕΡΓΗ ΤΖΕΝΗ Ηθοποιός
ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ Μέλος Ε.Ε. ΑΔΕΔΥ
ΚΑΛΠΑΔΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Πανεπιστημιακός
ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ ΙΦΙΓ. Πανεπιστημιακός
ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ Ηθοποιός-Βουλευτής
ΚΑΠΟΥΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Εκπαιδευτικός
ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ ΕΥΗ Αρχιτέκτων -Πολεοδόμος
ΚΑΡΑΣΑΒΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ Εκπαιδευτικός
ΚΑΡΒΟΥΝΑΡΙΔΗΣ-ΚΑΡΥΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ Δικηγόρος
ΚΑΡΔΑΡΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Δημ. Συμβ. Πειραιά
ΚΑΡΔΙΑΣΜΕΝΟΥ-ΓΟΥΝΑΡΗ ΝΕΚΤΑΡΙΑ Φιλόλογος
ΚΑΡΠΟΥΖΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, Βιβλιοπώλης
ΚΑΣΣΗ ΑΘΗΝΑ, Εκπαιδευτικός
ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ζωγράφος - Πανεπιστημιακός
ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ Ψυχολόγος-Βουλευτής
ΚΑΤΩΜΕΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Σκηνοθέτης
ΚΑΤΩΠΟΔΗΣ ΑΚΗΣ Δημ. Συμβ. Βύρωνα
ΚΙΑΟΣ ΝΙΚΟΣ Δημοσ., Γ.Γ. Συνδ. Νέων Μπέρτραντ Ράσελ
ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Δημοσιογράφος
ΚΟΛΛΙΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Πανεπιστημιακός
ΚΟΡΔΑΤΟΣ ΔΗΜ. Θεατρ. Συγγραφέας
ΚΟΡΤΣΙΔΗΣ Δημ. Ελληνικού
ΚΟΥΒΕΛΑ ΦΩΤΕΙΝΗ πρώην μέλος Δ/νσης ΟΤΟΕ
ΚΟΥΖΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Πανεπιστημιακός
ΚΟΥΝΑΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Συνθέτης
ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΝΙΚΟΣ Σκηνοθέτης
ΚΟΥΡΔΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ Δημ. Σύμβουλος Ν. Μάκρης
ΚΟΧΥΛΑΣ ΞΕΝ. Γιατρός
ΚΡΗΜΝΙΩΤΗ ΠΟΛΥ Δημοσιογράφος
ΚΥΛΑΚΟΥ ΚΑΙΤΗ Δημ. Συμβ. Κορυδαλλού
ΚΥΜΙΩΝΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ Κριτικός Κινηματογράφου
ΚΥΡΙΝΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ Περιφ. Συμβ. Δυτ. Μακεδονίας
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ τ. Πρόεδρος ΣΥΝ
ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ Αντιπλοίαρχος Ε.Α.
ΚΩΤΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ Πολιτ. Επιστ., Μέλος Κ.Σ. Ν.Δ. Λαμπράκη
ΛΑΔΗΣ ΦΩΝΤΑΣ Δημοσιογράφος, Συγγραφέας
ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΕΙΡΗΝΗ, Ηθοποιός
ΛΑΠΑΡΙΔΟΥ ΝΕΦΕΛΗ Εμπορικός Ακόλουθος ΥΠΕΞ
ΛΑΦΑΖΑΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Βουλευτής
ΛΕΟΝΤΗΣ ΣΤΑΘΗΣ Γλύπτης
ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ ΣΤΑΘΗΣ τ. Πρόεδρος Ε.Κ. Πειραιά
ΛΗΝΑΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ηθοποιός
ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΤΖΟΥΛΙΑ Δημοσιογράφος
ΛΙΝΑΡΔΟΣ ΡΥΛΜΟΝ-ΠΕΤΡΟΣ Οικονομολόγος
ΛΙΟΣΑΤΟΥ ΕΒΙΝΑ Πολ. Μηχανικός
ΛΟΥΚΑΒΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ Ηθοποιός
ΛΩΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ελεύθ. Επαγγελματίας
ΜΑΛΑΝΔΡΙΝΙΩΤΗ ΛΙΑΝΑ Δημοσιογράφος
ΜΑΜΟΥΖΕΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Δημοσιογράφος
ΜΑΝΙΟΣ ΝΙΚΟΣ Γιατρός, πρ. πρόεδρος ΕΙΝΑΠ
ΜΑΝΤΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Πανεπιστημιακός-Βουλευτής
ΜΑΝΩΛΑΚΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Δημοσιογράφος
ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΗΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ Συνδικαλιστής
ΜΑΧΑΙΡΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Επιτ.Πρόεδρος ΔΣΑ
ΜΑΧΙΜΑΡΗ ΕΦΗ συγγραφέας
ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ Οικονομολόγος
ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΘΑΝΟΣ συνθέτης
ΜΙΤΑΦΙΔΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ Δημ. Συμβ. Θεσσαλονίκης
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ Γιατρός, Βουλευτής Καρδίτσας
ΜΙΧΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Δημοσιογράφος
ΜΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ Δημοσιογράφος, τ. Βουλευτής
ΜΟΥΣΤΑΦΑ-ΜΟΥΣΤΑΦΑ Γιατρός, πρώην Βουλευτής
ΜΠΑΛΑΟΥΡΑΣ ΜΑΚΗΣ Οικονομολόγος
ΜΠΑΛΑΟΥΡΑΣ ΜΑΚΗΣ Οικονομολόγος
ΜΠΑΜΠΑΣ ΣΤΕΛΙΟΣ Δικηγόρος - Κοινωνιολόγος
ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Αντιπρόεδρος ΠΙΣ
ΜΠΕΝΑΣ ΤΑΚΗΣ Γραμμ. Δ.Ν.ΛΑΜΠΡΑΚΗ
ΜΠΕΤΣΙΜΕΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Μέλος Κ.Σ. Δ.Ν. ΛΑΜΠΡΑΚΗ
ΜΠΛΑΝΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Ποιητής
ΜΠΟΣΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ Ηθοποιός
ΜΠΟΥΓΕΛΕΚΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας
ΜΠΟΥΜΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ Γιατρός
ΜΩΫΣΙΔΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ Πανεπιστημιακός
ΝΑΘΑΝΑΗΛ ΠΑΥΛΟΣ Συγγραφέας, Πρόεδρος ΕΕΛ
ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΗΛΙΑΣ Πανεπιστημιακός
ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ >>
ΞΑΝΘΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Γιατρός, βουλευτής
ΟΥΖΟΥΝΙΔΟΥ ΕΥΓΕΝ. Βουλευτής Κοζάνης, Ηλεκτρολ.Μηχαν.
ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, Γεν. Γραμ. ΠΣΑΕΕΑ
ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ηθοποιός, Πρόεδρος ΠΟΘΑ
ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Θεατρολόγος, Σκηνοθέτης
ΠΑΛΛΑ ΛΥΔΙΑ Θεατρολόγος
ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, υποψ. Διδάκτωρ Ιστορίας
ΠΑΝΤΖΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Ηθοποιός, βουλευτής
ΠΑΠAΔΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Τραπεζικός
ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ ΤΑΚΗΣ σκηνοθέτης
ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΝΑΤΣΙΚΑ Αντιστασιακή
ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΑΝΙΑ Ηθοποιός, σκηνοθέτης
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ Δημ. Συμβ. Νίκαιας
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ Εκδότης
ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ ΘΕΟΔ. Δικηγόρος, Πρόεδρ.Δημ.Συμ. Αρχ.Ολυμπίας
ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΣΠΑΣΙΑ Ηθοποιός
ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜ. Πολιτικός Επιστήμων
ΠΑΠΑΠΕΡΙΚΛΗ ΜΕΝΙΑ Φιλόλογος
ΠΑΠΠΑΣ ΣΤΕΛΙΟΣ Οικονομολόγος, τ. Πρόεδρος ΟΕΕ
ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Πανεπ., Πρύτανης Καποδ. Παν/μίου Αθηνών
ΠΕΠΕ ΛΙΝΤΑ Φιλόλογος
ΠΕΠΕΣ ΖΩΗΣ μέλος Διοίκησης ΓΣΕΕ
ΠΕΡΟΓΙΑΝΝΑΚΗ Στ. Εκπαιδευτικός
ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ ΝΙΚΟΣ Παν/κός
ΠΛΟΥΜΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ τ. Πρόεδρος ΕΚΑ
ΠΛΩΜΑΡΙΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ γιατρός, μέλος ΔΣ ΕΝΙΘ
ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ ΛΕΑΝΔΡΟΣ Πανεπιστημιακός, Κριτικός Θεάτρου
ΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΝΗ Συνδικαλίστρια ΔΕΗ
ΠΟΡΤΑΛΙΟΥ ΕΛΕΝΗ Παν/κός
ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Σμήναρχος ε.α.
ΠΡΩΤΟΝΟΤΑΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Πανεπιστημιακός
ΡΕΓΚΟΥΚΟΣ ΝΙΚΟΣ Βαλκανιονίκης
ΡΗΓΟΣ ΑΛΚΗΣ Παν/κός
ΡΟΔΑΚΗΣ ΠΑΝΟΣ Χημικός Μηχ/κός
ΡΟΥΣΣΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ Παν/κός
ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ συνδικαλιστής, τ. Πρόεδρος ΟΣΠΑ
ΣΑΒΒΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Πρόεδρος ΠΟΕΣΥ
ΣΑΓΓΑΝΑ ΦΟΥΛΑ Ιατρός, Δρ. Ιατρικής Σχ. Παν. Αθηνών
ΣΑΚΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Οικονομολόγος
ΣΑΚΟΡΑΦΑ ΣΟΦΙΑ Βουλευτής
ΣΑΝΤΑ ΓΕΩΡΓΙΑ Δημ. Υπάλληλο
ΣΑΡΡΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ Δημόσιος Υπάλληλος
ΣΒΩΛΟΥ ΖΩΗ Μεταφράστρια
ΣΕΡΒΕΤΑΣ ΝΙΚΟΣ Δημοσιογράφος
ΣΙΩΚΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ Τραπεζικός. Τ. Γ.Γ. ΚΕΣΟΕ
ΣΙΩΚΟΥ ΓΙΩΡΓΙΑ Ποιήτρια – Συγγραφέας
ΣΚΟΡΙΝΗΣ ΝΙΚΟΣ Αντ/δρος ΟΚΕ, Γ.Γ. ΓΣΒΕΕ
ΣΚΟΥΛΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Παν/κός, καθηγ. Παν/μιου Μακεδονίας
ΣΚΟΥΡΑ ΔΑΦΝΗ Ηθοπ., ιδρυτ. μέλ. της ΔΚΝ ‘ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ’;
ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΣ ΠΑΝΟΣ Ηθοποιός – σκηνοθέτης
ΣΠΑΝΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ μέλος Ε.Ε. ΑΔΕΔΥ
ΣΤΑΘΑΚΗ ΜΑΡΙΑ Δημ. Σύμβουλος Πειραιά
ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ Γιατρός, Δημ. Συμβ. Αγ. Παρασκευής
ΣΤΑΪΚΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Χημικός, Περιβαλλοντολόγος
ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΑ πρ. Βουλευτής
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Δημοσιογράφος
ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Δημοσιογράφος
ΣΤΡΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Αντιστασιακός, μέλος Κ.Σ. Δ.Ν. ΛΑΜΠΡΑΚΗ
ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ Γιατρός
ΤΕΜΠΟΝΕΡΑΣ ΔΙΟΝ. Δικηγόρος
ΤΟΥΛΙΑΝΟΣ ΝΙΚΟΣ Συνθέτης – Μουσικός
ΤΡΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΜΙΧ. συνθέτης
ΤΡΙΓΑΖΗΣ ΖΑΧ. Μέλος ΚΣΟΔΠΤΕ
ΤΡΙΓΑΖΗΣ ΠΑΝΟΣ Οικονομολόγος
ΤΡΙΚΚΑΣ ΤΑΣΟΣ δημοσιογράφος
ΤΡΙΚΟΥΚΗΣ ΜΑΚΗΣ Δικηγόρος
ΤΡΙΜΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Δημοσιογράφος
ΤΣΑΜΠΟΔΗΜΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ Ηθοποιός
ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ Πανεπιστημιακός ;
ΤΣΟΥΚΝΙΔΑΣ ΘΑΝΑΣΗΣ Ιδρυτ. Μέλος της Δημ. Κίν. Νέων ‘ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ’
ΤΣΩΚΑΣ ΣΠΥΡΟΣ τ. Δημ. Καισαριανής
ΦΑΡΑΚΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ Εκπαιδευτικός, Συγγραφέας
ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Δημοσιογράφος, Ζωγράφος
ΦΙΛΗΣ ΝΙΚΟΣ Δημοσιογράφος
ΦΙΛΙΝΗ ΑΝΝΑ Αρχ/των – Ζωγράφος
ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΠΕΤΡΟΣ Δημαρχ. Σαρωνικού
ΦΡΑΓΚΑΚΗ ΜΑΡΙΚΑ οικονομολόγος
ΦΡΑΓΚΟΥ ΛΙΑ Συν/στρια, μέλος Δ/σης ΕΚ Πειραιά
ΦΩΤΕΙΝΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ «Φίλοι της Γης»
ΦΩΤΙΟΥ ΕΛΛΗ Ηθοποιός
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ Σκηνοθέτης
ΧΑΡΑΜΗΣ ΠΑΥΛΟΣ Μέλος ΔΣ ΚΕΜΕΤΕ/ΟΛΜΕ
ΧΑΡΙΣΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ μέλος ΕΕ ΑΔΕΔΥ
ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΑΚΗΣ Περιφ. Συμβ. Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης
ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ ΕΡΣΗ Εικαστικός
ΧΑΤΖΗΣΟΦΙΑ Συγγραφέας, Ηθοποιός
ΧΟΥΝΤΗΣ ΝΙΚΟΣ Ευρωβουλευτής
ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ Αντισμήναρχος ε.α.
ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΗΛΙΑΣ Γραμμ. Νεολ. Συνασπισμού
ΨΑΛΤΑΚΟΣ ΜΙΧΑΛΗΣ Γιατρός, Συνδικαλιστής
ΨΥΚΑΚΟΣ Υγειονόμο

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

ΓΙΑ ΤΟ «ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟ» ΚΑΙ ΤΗΝ «ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ»

ΓΙΑ ΤΟ «ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟ» ΚΑΙ ΤΗΝ «ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ»
FREE photo hosting by Fih.gr"Το πραγματικό αντικείμενο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι ακριβώς εκείνο που δεν είναι πραγματικό"
(ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΙ: "Ο Καλλιτέχνης και η Εποχή του" 1957)
«Το πραγματικό αντικείμενο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι ακριβώς εκείνο που δεν είναι πραγματικό» έγραφε το 1957 ο ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΙ στο έργο του «Ο Καλλιτέχνης και η εποχή του». Αλλά και ο Λ. Τρότσκι τόνιζε ότι: «Η ιστορική σημασία και το ηθικό μεγαλείο της προλεταριακής επανάστασης βρίσκονται στο γεγονός ότι βάζουν τα θεμέλια μιας κουλτούρας που είναι πάνω από τάξεις και που θα είναι η πρώτη αληθινά ανθρώπινη κουλτούρα». Την κοσμογονία της πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου, τα χρόνια «τα πλούσια σε ελπίδα και ορμή» τα διαδέχτηκε η «εποχή του τρόμου», των αυτοκτονιών (Μαγιακόφσκι), των Δικών της Μόσχας, η «μακριά νύχτα» της Σιβηρίας και της αντεπανάστασης. Το σύνθημα για την εξαπόλυση πογκρόμ ενάντια στους καλλιτέχνες, δινόταν συνήθως με κάποιο άρθρο στον επίσημο Τύπο. Η καταλυτική κριτική για «φορμαλισμό» ισοδυναμούσε με καταδικαστική απόφαση. Αν αποκήρυσσες με μια δημόσια εμετική αυτοκριτική κάθε έννοια προσωπικής αξιοπρέπειας και σάλπιζες «προς γνώση και συμμόρφωση» ότι «οι υποδείξεις του συντρόφου Στάλιν είναι νόμος»(!), ίσως γλίτωνες.
Βήχος Παναγιώτης

Η έκδοση στα ελληνικά των απομνημονευμάτων του πραγματικά μεγάλου σοβιετικού συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς το 1982, αν δεν κάνω λάθος, δεν αποκάλυψε απλά μόνο κάποιες άγνωστες πτυχές αυτού που ο Τρότσκι ονόμασε «Μαρτυρολόγιο της Σοβιετικής Τέχνης» αλλά μας προσέφερε και ένα σημαντικό υλικό για την εξέταση των φιλοσοφικών και μεθοδολογικών πλευρών του επίσημου «αισθητικού» δόγματος της σταλινικής γραφειοκρατίας: του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Αλλά ας δούμε πιο προσεκτικά αυτό που ονομάστηκε «σοσιαλιστικός ρεαλισμός.
Ο προβληματικός αυτός νεολογισμός στην Τέχνη πρωτοεμφανίστηκε από τις στήλες της «Ιζβέστια» στις 20 του Μάη 1932. Στις 26 Οκτώβρη του ίδιου χρόνου, ο Στάλιν μίλησε για τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» σε μια συνάντηση λογοτεχνών που έγινε στο διαμέρισμα του Μαξίμ Γκόργκι, στη Μόσχα. Επίσημα διατυπώθηκε τον Αύγουστο του 1934, στο Α’ Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων, για να πολιτογραφηθεί σε λίγο στο καταστατικό της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων… 

Τα πρώτα χρόνια της επαναστατικής Σοβιετικής Ρωσίας, οι «καλλιτεχνικοί συνοδοιπόροι» της νικηφόρας προλεταριακής επανάστασης, στην ορμή τους να γκρεμίσουν και στον τομέα της κουλτούρας το παλιό εκμεταλλευτικό καθεστώς, γέννησαν τη θεωρία ενός «προλεταριακού πολιτισμού», «μιας προλεταριακής τέχνης και επιστήμης», σε απόλυτη αντιπαράθεση με την αστική κουλτούρα. 

Η «αριστερίστικη» αυτή αντίληψη, που έδειχνε αρκετά ελκυστική σε ορισμένους κύκλους διανοουμένων και νεαρών εργατών, αγνοούσε τον ίδιο το μεταβατικό χαρακτήρα του προλεταριακού καθεστώτος. Ο Τρότσκι τόνιζε, όπως και παραπάνω αναφέραμε πώς: «Η ιστορική σημασία και το ηθικό μεγαλείο της προλεταριακής επανάστασης βρίσκονται στο γεγονός ότι βάζουν τα θεμέλια μιας κουλτούρας που είναι πάνω από τάξεις και που θα είναι η πρώτη αληθινά ανθρώπινη κουλτούρα». («Λογοτεχνία και Επανάσταση). 

Σχεδόν ταυτόχρονα με την εμφάνιση της σοσιαλπατριωτικής-εθνικορεφορμιστικής γραμμής του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» παίρνει το επίσημο χρίσμα της και η σταλινομπουχαρινική έκδοση της θεωρίας της «προλεταριακής κουλτούρας». Το 1925, σε απόφαση της Κ. Ε. του ΚΚΣΕ «Για την Πολιτική του Κόμματος στον Τομέα της Λογοτεχνίας» δίνεται έμφαση «στην ανάπτυξη της εθνικής λογοτεχνίας στις πολυεθνικές δημοκρατίες και περιοχές της Ένωσης». 

Από τη στιγμή που, σύμφωνα με τον Μπουχάριν, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού θα γινόταν με «βήματα χελώνας», το προλεταριάτο είχε στη διάθεσή του αρκετό χρόνο για να δημιουργήσει τη δική του κουλτούρα, στηριγμένη αυτή τη φορά στη μεγαλορώσικη παράδοση, που στερείται όμως οποιασδήποτε πρωτοτυπίας και «ζει προπάντων σε βάρος της παλιάς γενιάς που διαμορφώθηκε από την Επανάσταση». (Τρότσκι: «Προδομένη Επανάσταση»). 

Ωστόσο το μόνο πολιτιστικό δικαίωμα που παραχώρησε η γραφειοκρατία στις άλλες εθνότητες ήταν «να ψέλνουν στις δικές τους γλώσσες ύμνους προς τον απόλυτο άρχοντα και να μεταφράζουν τους γραφειοκρατικούς φετφάδες σ’ όλες αυτές τις γλώσσες». (ό.π.π.) Η πολιτιστική καταπίεση των εθνοτήτων, προϊόν των καταδικασμένων από τον Λένιν σοβινιστικών θεωριών του Στάλιν για το «εθνικό ζήτημα», συνδυαζόταν με το διωγμό και την αποκήρυξη κάθε νεωτερισμού που δεν κατανοούσαν οι άξεστοι γραφειοκράτες. Η Τέχνη στο όνομα της «εκλαΐκευσης» έπρεπε να προσαρμοστεί στην πολιτιστική καθυστέρηση ενός προλεταριάτου περικυκλωμένου από τον ιμπεριαλισμό κι από μια μισοβάρβαρη ύπαιθρο. Η βασική μαρξιστική αντίληψη των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων «η ανάπτυξη της τέχνης είναι το ψηλότερο δείγμα της ζωτικότητας και της σπουδαιότητας μιας εποχής», στιγματίστηκε σαν «συνθηκολόγηση και έλλειψη πίστης στις δημιουργικές δυνάμεις του προλεταριάτου».
Ως το 1932 η επίσημη θεωρία για την κουλτούρα αναπροσαρμοζόταν, για να παρακολουθεί τα χνάρια των οικονομικών και διοικητικών ζίγκ-ζάγκ του γραφειοκρατικού κεντρισμού. Η γραφειοκρατία, αντιδρώντας εμπειρικά στις ήττες της παγκόσμιας επανάστασης και παγιδευμένη μέσα στις εκρηκτικές συνθήκες που δημιούργησε το πρώτο πεντάχρονο σχέδιο, αλλά και μεθυσμένη από την «πύρρεια» νίκη της πάνω στους κουλάκους με τη βίαιη κολεκτιβοποίηση, σερβίρει την ιδέα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας «με βάση την αθλιότητα»: το νέο πρόγραμμα των κομμουνιστικών νεολαιών του Απρίλη του 1932 αποφαίνεται κατηγορηματικά: «Η εθνική οικονομία έχει γίνει σοσιαλιστική». Ήδη από το 1931, παραμονές μιας φοβερής πείνας, πετάει στο καλάθι των αχρήστων το βραχύβιο κατασκεύασμα της «προλεταριακής κουλτούρας», για να βάλει στη θέση του ένα άλλο: τη «σοσιαλιστική κουλτούρα», αφού «το προλεταριάτο είχε κιόλας απορροφηθεί μέσα στην αταξική κοινωνία»…παρά τα «βήματα χελώνας»(!) 

Εξαπολύει μια ολόκληρη προπαγανδιστική επιχείρηση, πλαστογραφώντας και χρησιμοποιώντας εκλεκτιστικά τσιτάτα από τα έργα του Λένιν, για να περιβληθεί μ’ ένα ψεύτικο και δανεικό κύρος το νέο δόγμα. Οι αστυνομικές μέθοδες συμπληρώνουν το σκοταδιστικό έργο των λίβελων που εκτοξεύουν οι γραφειοκρατικοί κονδυλοφόροι μέσα από τις στήλες των κομματικών εντύπων, «το κεντρικό όργανο του κόμματος δημοσιεύει ανώνυμα άρθρα, αρκετά όμοια με διαταγές στρατιωτικών διοικητών, με τα οποία ρυθμίζεται η αρχιτεκτονική, η λογοτεχνία, η δραματουργία, το μπαλέτο, για να μη μιλήσουμε για τη φιλοσοφία, τις φυσικές επιστήμες και την ιστορία. Οι αμετάκλητες διαταγές των γραφειοκρατών εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στην αγορανομία και τη μουσική», (Λέων Τρότσκι: «Προδομένη Επανάσταση». 

Απομονωμένη καθώς ήταν από τις μάζες κι έχοντας διαγράψει οριστικά από το χάρτη την προοπτική της παγκόσμιας επανάστασης, ανέπτυξε ένα δεισιδαιμονικό φόβο απέναντι σ’ ότι δεν καταλάβαινε ή δεν ήταν ντόπιο. Σ’ αντίθεση με τον πρώτο επίτροπο του λαού για τη δημόσια εκπαίδευση, Λουνατσάρσκι, που βράβευε το νεαρό Σοστακόβιτς με τρόφιμα, για να συνεχίσει τις νεωτεριστικές του επιδόσεις στη μουσική, ο Στάλιν το 1935 εγκατάλειψε έξω φρενών το θέατρο, όπου παρουσιαζόταν η όπερα «Λαίδη Μάκβεθ», γιατί ήταν «μπέρδεμα αντί για μουσική»(!). (Ντ. Σοστακόβιτς: «Απομνημονεύματα», σελ. 3). Ο άνθρωπος που ήταν ανίκανος να γράψει έστω και μία σωστή φράση στη μητρική του γλώσσα και θεωρούσε ότι «η μεγαλύτερη ηδονή είναι να επισημαίνεις τον εχθρό σου, να ετοιμάζεις τα πάντα, να εκδικείσαι απόλυτα και μετά να πηγαίνεις για ύπνο» (Λ. Τρότσκι: Ημερολόγιο, μαρτυρία Κάμενεφ. Εποπτεία Νο 30, σελ. 24), αναγορευόταν από τους δουλοπρεπείς αυλοκόλακές του σε «κλασικό του ύφους»!
Την κοσμογονία της πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου, τα χρόνια «τα πλούσια σε ελπίδα και ορμή» τα διαδέχτηκε η «εποχή του τρόμου», των αυτοκτονιών (Μαγιακόφσκι), των Δικών της Μόσχας, η «μακριά νύχτα» της Σιβηρίας και της αντεπανάστασης. Το σύνθημα για την εξαπόλυση πογκρόμ ενάντια στους καλλιτέχνες, δινόταν συνήθως με κάποιο άρθρο στον επίσημο Τύπο. Η καταλυτική κριτική για «φορμαλισμό» ισοδυναμούσε με καταδικαστική απόφαση. Αν αποκήρυσσες με μια δημόσια εμετική αυτοκριτική κάθε έννοια προσωπικής αξιοπρέπειας και σάλπιζες «προς γνώση και συμμόρφωση» ότι «οι υποδείξεις του συντρόφου Στάλιν είναι νόμος»(!), ίσως γλίτωνες. 

Μιας και αναφερθήκαμε στον Σοστακόβιτς είμαι αναγκασμένος να μεταφέρω εδώ ένα απόσπασμα από τα «Απομνημονεύματά» του. Γράφει, λοιπόν, το απόσπασμα (σελ. 32): «Πολλοί από εκείνους που κατηγορήθηκαν για φορμαλιστές αφανίστηκαν. Μετά το άρθρο «περί μπερδέματος» που εμφανίστηκε στην «Πράβδα» στις 28 Γενάρη 1936, ο Σοστακόβιτς, ήταν απελπισμένος, ένοιωθε πως βρισκόταν κοντά στο θάνατο και τον κυρίεψε ένα αίσθημα αυτοκαταστροφής. Η αδιάλειπτη αίσθηση ότι από στιγμή σε στιγμή θα χτυπούσαν την πόρτα του για να τον συλλάβουν, επηρέασε τη σκέψη του. Για τέσσερις κοντά δεκαετίες, μέχρι το θάνατό του, αντιμετώπιζε τον εαυτό του σαν όμηρο, σαν έναν άνθρωπο καταδικασμένο…Ολόκληρη η χώρα είχε γίνει μια τεράστια φυλακή». 

Σημαντικοί καλλιτέχνες, που είχαν έρθει από το εξωτερικό για να ενισχύσουν την επανάσταση και κατείχαν υπεύθυνα πόστα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά τη Σοβιετική Ένωση. Ανάμεσά τους ο Καντίνσκι, ο Σαγκάλ και ο Πούνι. Ο μεγάλος Σεργκέι Αϊζενστάιν τέθηκε σε διαθεσιμότητα!!! Ο Μάλεβιτς πέθανε χαμένος στην αφάνεια, ο Τρετιάκοφ τουφεκίστηκε το 1939. Ο περίφημος σκηνοθέτης Μέγερχολντ βγαίνοντας από τη σιωπή που τον είχαν επιβάλει δεν δίστασε να προκαλέσει ανοιχτά τους γραφειοκράτες στο συνέδριο των σκηνοθετών το 1939: «Αυτό το αξιοθρήνητο και στείρο πράγμα, που αξιώνει να λέγεται σοσιαλιστικός ρεαλισμός, δεν έχει σχέση με την τέχνη». Από τότε δεν τον ξαναείδε κανείς. Η γυναίκα του ηθοποιός Σιναϊδα Ράιχ δολοφονήθηκε λίγες βδομάδες μετά τη σύλληψή του (Βλ. Σπ. Κυριαζόπουλου: «Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός», σελ. 41). Την δολοφόνησαν οι πράκτορες της Γκε Πε Ου, αφού πρώτα της έβγαλαν τα μάτια και μετά της έκλεψαν τα κοσμήματα (Βλ. Ντ. Σοστακόβιτς: «Μαρτυρία», εκδόσεις «Νεφέλη», σελ. 155).
Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς μιλά για τους λόγους της εξόντωσης των Μέγερχολντ: «Ήταν η Ράιχ που κατάστρεψε τον Μέγερχολντ. Είμαι απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό. Ήταν αυτή που τον προέτρεπε να τα έχει καλά με την ηγεσία, να είναι δίπλα στον Τρότσκι, στον Ζηνόβιεφ και τους άλλους. Ο ίδιος ο Μέγερχολντ αφιέρωσε ένα από τα έργα του στον Τρότσκι (αποκαλούσε τα έργα του μουσικές συνθέσεις). Και αυτό αποβήκε σε βάρος του». (Σοστακόβιτς). 

Η ιστορία πλαστογραφήθηκε και ξαναγράφτηκε με μια εκπληκτική ταχύτητα μέσα από τις στήλες του καθημερινού Τύπου. Το μόνο που επιτρεπόταν να «θυμάσαι» ήταν τα επίσημα επικυρωμένα γεγονότα και μόνο αυτά. Κατατρομαγμένοι οι σοβιετικοί πολίτες «κατέστρεψαν όλα τα προσωπικά τους θυμητάρια και μαζί μ’ αυτά τις αναμνήσεις τους…ο χωρίς μνήμες άνθρωπος είναι ένα σκέτο κουφάρι». Η συμμόρφωση με τις επίσημες συνταγές είχε ένα βαρύ ανθρώπινο και πνευματικό κόστος. Η στειρότητα έγινε το σήμα κατατεθέν της σοβιετικής κουλτούρας και εξακολούθησε να σημαδεύει ανεξίτηλα μέχρι την κατάρρευση αυτού του οικοδομήματος που ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός». Τη στιγμή που η εξέλιξη των κοινωνικών μορφών απαιτούσε τα πιο εκλεπτισμένα θεωρητικά όπλα, η «μαρξιστική» παραγωγή δεν έβγαινε από τα όρια ενός σχολαστικού ρανίσματος που ξαναμασούσε παλιές ιδέες, επίσημα δεκτές. Οι μαρξιστές βρίσκονταν πίσω από τα κάγκελα. Μέσα σ’ αυτή την αποπνιχτική ατμόσφαιρα βυζαντινισμού και αστυνομοκρατίας, το επίσημο δόγμα καλούσε τους πιστούς του «να αναπαραστήσουν τη μελλοντική ανοικοδόμηση, να δείξουν το δρόμο του σοσιαλισμού, να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο». Αυτά όμως τα θέσφατα της γραφειοκρατίας «δεν δίνουν στη φαντασία πολύ περισσότερα ερεθίσματα απ’ ότι ένας τιμοκατάλογος πριονιών, ή ο οδηγός των σιδηροδρόμων». (Λέων Τρότσκι).
Η κραυγαλέα καθυστέρηση της σοβιετικής κοινωνίας, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να εξωραϊστεί με τον παραμορφωτικό καθρέφτη μιας διατεταγμένης τέχνης. Παράγοντας την αντιφατική θεωρία της «σοσιαλιστικής κουλτούρας» από το αντιδιεθνιστικό δόγμα του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα», η γραφειοκρατία προσπάθησε να συγκαλύψει ή να μετατοπίσει στο επίπεδο της κουλτούρας τις εκρηκτικές κοινωνικές και οικονομικές αντιφάσεις ενός μεταβατικού καθεστώτος. Η τέχνη για τους θεωρητικούς του σοβιετικού Θερμιδώρ δεν ήταν παρά ένα αναγκαίο κακό, ένα υποπροϊόν, χρήσιμο ίσως για να γίνει η μισητή γραφειοκρατία ελκυστική στις μάζες. Πραγματισμός και χρησιμοθηρία σ’ όλο τους το μεγαλείο! .. 

Φυλακίζοντας την τέχνη μέσα στα εθνικά σύνορα, διαιώνιζαν την πολιτιστική καθυστέρηση των μαζών. Αντί για την άσκηση της ικανότητας για αισθητική κρίση, επέβαλαν μια βίαιη απλοποίηση της τέχνης, νεκρανασταίνοντας το παλιό δόγμα των ναρόντνικων, «ότι δεν είναι ωφέλιμο στο λαό, δεν μπορεί να έχει αισθητική αξία». Μ’ αυτή την αυθαίρετη διακοπή της εξέλιξης και την οπισθοδρόμηση στον πρωτογονισμό, η γραφειοκρατία διακήρυσσε δημαγωγικά πως καταπολεμάει τη «μονοπώληση της τέχνης από μια μικρή μειοψηφία». Αλλά «γνήσια, προοδευτική και δημιουργική τέχνη σήμερα μπορεί να σημαίνει μονάχα τέχνη πολύπλοκη. Ποτέ δε θα είναι δυνατό να την απολαύσουν και να την εκτιμήσουν όλοι στο ίδιο μέτρο, όμως η συμμετοχή των πλατιών μαζών σ’ αυτή μπορεί να μεγαλώσει και να βαθύνει. Οι προϋποθέσεις της κατάργησης του πολιτιστικού μονοπώλιου είναι βασικά οικονομικές και κοινωνικές». (Άρνολντ Χάουζερ: «Η κοινωνική ιστορία της τέχνης»). 

Ο Ζντάνοφ * το 1948 επιτέθηκε από το βήμα της ΚΕ στους διάσημους σοβιετικούς συνθέτες Προκόφιεφ, Σοστακόβιτς, Μαγιακόφσκι, γιατί «δεν ανταποκρίνονται στους κανόνες που διέπουν τη σοβιετική πολιτική ζωή», συμβουλεύοντάς τους παράλληλα «να εγκαταλείψουν κάθε φορμαλισμό» και να συνθέτουν «όπερες, ορατόρια και τραγούδια» για να είναι προσιτοί στο κοινό(!). .. 

Σε αντίθεση με τον «κριτικό ρεαλισμό» της γενιάς του 1830, ο οποίος προήλθε από την πληβειακή ατομική άρνηση της αστικής κοινωνίας, ο γενάρχης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, Γκόργκι, καθόρισε ότι δεν πρόκειται για ένα νέο στυλ, για μια νέα τεχνοτροπία, αλλά για τη βασική συμφωνία, την κατάφαση του καλλιτέχνη «με τους σκοπούς της εργατικής τάξης και του αναπτυσσόμενου σοσιαλιστικού κόσμου» - με το νόημα βέβαια που του έδινε η γραφειοκρατία. Αντίθετα με τον Μαρξ, που έγραφε στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ότι «οι προλεταριακές επαναστάσεις ασκούν διαρκώς αυτοκριτική, διακόπτουν διαρκώς την ίδια τους την πορεία, ξαναγυρίζουν στο φαινομενικά ολοκληρωμένο για να αρχίσουν πάλι από την αρχή». Το κριτικό στοιχείο στην Τέχνη καταδικάζεται σαν «πεσσιμισμός, ηττοπάθεια, παρακμή, εχθρότητα». Ο Σοβιετικός καθηγητής Μ. Κάγκαν κηρύσσει στις «Παραδόσεις του πάνω στη Μαρξιστική-Λενινιστική Αισθητική», σελ. 629: «Καθώς λυγίζει ο αστικός κόσμος κάτω από τα χτυπήματα της σοσιαλιστικής επανάστασης, αποδείχνεται αδύνατη η συνύπαρξη του σοσιαλιστικού και του κριτικού ρεαλισμού στον καλλιτεχνικό κόσμο. Από τώρα και στο εξής ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός θα γίνει η μοναδική μορφή του ρεαλισμού».
Η αποκήρυξη του κριτικού ρεαλισμού οδήγησε, ιδιαίτερα στη ζωγραφική σε τάσεις έντονα επηρεασμένες από τον θετικισμό: Ένας χοντροκομμένος νατουραλισμός ακολουθήθηκε γρήγορα από ένα είδος ιμπρεσιονισμού, που ήθελε να εξωραΐσει το παρόν απεικονίζοντας την εξωτερική όψη των πιο πεζών πραγμάτων. Έτσι, στο επίπεδο της μορφής η σοβιετική τέχνη γύρισε στο στάδιο που είχε φτάσει στα μέσα του περασμένου αιώνα η ευρωπαϊκή τέχνη. Η «πραγματικότητα», όπως την εννοούσε και την απαιτούσε η γραφειοκρατία από τους καλλιτέχνες, στερούνταν μεταβάσεων και αντιφατικών αλλαγών. Ήταν επίπεδη, ακολουθώντας μια ευθύγραμμη φαταλιστική πορεία προς τον «πλήρη σοσιαλισμό», που, σύμφωνα με τους απολογητές του καθεστώτος, είχε κιόλας οικοδομηθεί από το 1938 «κατά τα εννιά δέκατά του». Έτσι από την αναπαράστασή της έλειπε κάθε αντικειμενικότητα. Σημασία είχε η προμελετημένη φόρμουλα που πάνω της έπρεπε να «κοπούν» τα γεγονότα. Έτσι ο δρόμος ήταν ανοιχτός για του κόσμου τα ιδεαλιστικά παραληρήματα, που άγγιζαν τα όρια προφητικών οραμάτων, παρά τον επίσημο «ρεαλισμό». (Χαρακτηριστικά δείγματα ήταν ο γιγαντισμός στα πορτραίτα του «μεγάλου κηπουρού» Στάλιν, οι αφύσικες μορφές των «ηρώων», της σοσιαλιστικής εργασίας, τα σκίτσα που γέμιζαν τα σοβιετικά έντυπα, κλπ.). Αυτή η προφητική προεξόφληση ενός άδηλου μέλλοντος, μέρος της επίσημης μυθολογίας, ανακαλούσε τις ουτοπίες της χειρότερης περιόδου του ρομαντισμού. Ήδη από το 1934, σύμφωνα με τον Γκόργκι, «ο επαναστατικός ρομαντισμός θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως ψευδώνυμο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού». 

Το παρόν και το παρελθόν διαλύονταν μέσα στη θρησκεία του μέλλοντος. Η ενατένιση του μακρινού αύριου είχε γίνει ένα είδος όπιου, για να ξεχνιέται το τραγικό σήμερα. Ο Μαρξ σε ένα γράμμα του που έστειλε στη ΜΙΝΑ ΚΑΟΥΤΣΚΙ, δήλωνε κατηγορηματικά: «Ο ποιητής δεν είναι υποχρεωμένος να βάλει στο χέρι του αναγνώστη τη μελλοντική λύση των κοινωνικών συγκρούσεων της ιστορίας». Το κριτήριο του «ρεαλισμού» δεν αφορούσε μόνο το παρόν της σοβιετικής τέχνης, αλλά έπεσε σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω σ’ ολόκληρη την πνευματική παραγωγή της ανθρωπότητας. Τον ανήγαγαν σε υπεριστορική αρχή και χώρισαν τους δημιουργούς μ’ ένα σινικό τείχος σε «προοδευτικούς ρεαλιστές» και σε «αντιρεαλιστές», και τις μέθοδές τους, αντίστοιχα, σε «προοδευτικές» και «αντιδραστικές». ..
Ο άχαρος ρόλος του παθητικού καθρέφτη στον οποίο καταδικάστηκε η τέχνη Θεωρητικοποιήθηκε» με την παραχάραξη της βασικής γνωσιολογικής αρχής του μαρξισμού ότι «η Τέχνη όπως και κάθε μορφή συνείδησης είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας». Υποβιβάζοντας τον άνθρωπο στο επίπεδο της ανόργανης ύλης, ισοπέδωσαν όλες τις μορφές αντανάκλασης και κοινωνικής συνείδησης και εξαφάνισαν κάθε ποιοτική διαφορά ανάμεσά τους. Ήδη ο Μαρξ με την πρώτη από τις Θέσεις στον Φόιερμπαχ – που βρήκε την αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωσή της με τις ανακαλύψεις της Σχολής της Κοπεγχάγης στον τομέα της μικροφυσικής – απαντούσε στους σταλινικούς απολογητές του χυδαίου υλισμού: «Το κυριότερο ελάττωμα όλου του ως τα τώρα υλισμού (συμπεριλαμβανομένου και του Φόιερμπαχ) είναι ότι το αντικείμενο, η πραγματικότητα, ο χώρος των αισθήσεων εννοούνταν μόνο με τη μορφή του αντικειμένου ή της εποπτείας όχι όμως ως ανθρώπινη δραστηριότητα βασισμένη στις αισθήσεις, ως πράξη, όχι υποκειμενικά… (ο Φόιερμπαχ ειδικά) δεν καταλαβαίνει τη σημασία της (επαναστατικής) της (πρακτικής-κριτικής) ενέργειας».
Ο Ένγκελς αναλύοντας τη διαλεχτική σχέση ανθρώπου-φύσης έγραφε επίσης: «Η νατουραλιστική αντίληψη της ιστορίας είναι μονόπλευρη, γιατί ξεχνάει πως ο άνθρωπος αντενεργεί πάνω στη φύση, την μεταβάλλει και δημιουργεί νέες συνθήκες για την ύπαρξή του». (Ένγκελς: «Διαλεχτική της Φύσης»). Ο Λένιν αντίθετα με την απόπειρα των ντελάληδων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού να του φορτώσουν τη θεωρία της παθητικής αντανάκλασης, στη σύνοψή του στο έργο του Μαρξ «Η Αγία Οικογένεια» (Τόμος 29 των Απάντων») γράφει: «Η συνείδηση του ανθρώπου δεν αντανακλά μόνο τον αντικειμενικό κόσμο, αλλά και τον δημιουργεί».
Οι θετικιστικές αντιλήψεις της γραφειοκρατίας υποβίβασαν την τέχνη στο επίπεδο της τεχνικής επιδεξιότητας, της χειρονακτικής εξάσκησης (σ. δική μου: Ο Στάλιν, στις 25 Οκτωβρίου του 1932, μιλώντας σε διάφορους λογοτέχνες παραλλήλισε «την ανάγκη για μηχανικούς που κατασκευάζουν υψικαμίνους, αυτοκίνητα και τρακτέρ και την ανάγκη για συγγραφείς – μηχανικούς που κατασκευάζουν ανθρώπινες ψυχές»!) και την κατάργηση κάθε ποιοτικής διάκρισης με την επιστήμη στο όνομα ενός στείρου επιστημονισμού. .. 

Η διαπόμπευση της τέχνης στο όνομα της καταπολέμησης του φορμαλισμού «που αδιαφορεί για το περιεχόμενο, δεν αναγνωρίζει την προτεραιότητά του, αλλά το υποδουλώνει με τη λατρεία της μορφής». Ωστόσο, πίσω από την απόρριψη του φορμαλισμού, κρυβόταν μια έντονα αντιδιαλεχτική αντίληψη για τις σχέσεις μορφής-περιεχομένου. Για το μαρξισμό η εξαφάνιση της παλιάς μορφής και η εμφάνιση μιας νέας είναι ένα προτσές θεμελιακής ποιοτικής αλλαγής του περιεχομένου. Η μετατροπή της παλιάς μορφής, που δεν αντιστοιχεί πια στο ανεπτυγμένο περιεχόμενο, σε μια νέα, είναι επίσης ένα προτσές με το οποίο αλλάζει δραστικά το περιεχόμενο. 

«Αν αφαιρέσουμε από ένα πράγμα κάθε προσδιορισμό και κάθε μορφή, εκείνο που μένει είναι η απροσδιόριστη ύλη. Η ύλη είναι απλώς και μόνο μια αφαίρεση. (- Δεν μπορούμε να δούμε ή να αισθανθούμε, κλπ., την ύλη. Αυτό που βλέπουμε ή αισθανόμαστε είναι μια προσδιορισμένη ύλη, δηλ. μια ενότητα Ύλης και Μορφής)…η ύλη είναι το παθητικό, η μορφή είναι το ενεργητικό… Η ύλη πρέπει να μορφοποιηθεί και η μορφή να υλοποιηθεί…» (Λένιν: «Φιλοσοφικά Τετράδια). 

Ιδιαίτερα στην Τέχνη όπου η μορφή κάτω από ορισμένες συνθήκες αναπτύσσεται με δικούς της νόμους, «η αμοιβαία σχέση της με το περιεχόμενο (αυτό, χωρίς να είναι απλώς ένα «θέμα», εμφανίζεται σαν ζωντανό σύμπλεγμα από αισθήματα και ιδέες που ζητάνε την έκφρασή τους, καθορίζεται από την καινούργια μορφή, που έχει αποκαλυφτεί και αναπτυχθεί κάτω από την πίεση μιας εσωτερικής αναγκαιότητας, μιας συλλογικής ψυχολογικής απαίτησης η οποία, όπως κάθε ανθρώπινη ψυχολογία, έχει κοινωνικές ρίζες». (Λ. Τρότσκι: «Λογοτεχνία και Επανάσταση»)

Η καινούργια πραγματικότητα απαιτούσε ένα συνεχώς αυξανόμενο πλούτο εκφραστικών μέσων. Στην απαίτηση αυτή, η γραφειοκρατία έστρεψε περιφρονητικά την πλάτη, υπαγορεύοντας ταυτόχρονα στους καλλιτέχνες να νεκραναστήσουν ορισμένες μορφές αστικής τέχνης, κυρίως της Αναγέννησης και του ρώσικου ρεαλισμού. Έτσι ο «μπουρζουάδικος, αντιδραστικός» φορμαλισμός ξαναγύριζε πανηγυρικά και δριμύτερος, για να δώσει “εθνική μορφή” στη σοσιαλιστική κουλτούρα». Στη διαμάχη του με το γραφειοκρατικό φορμαλισμό ο Μπρεχτ έγραφε: «Θα ήταν καθαρή ανοησία να πούμε πως δεν πρέπει να αποδίδουμε καμιά σημασία στη μορφή και στην εξέλιξη της μορφής στην τέχνη. Χωρίς την εισαγωγή νεωτερισμών μορφικού είδους, η ποίηση δεν μπορεί να φέρει στα νέα στρώματα του πληθυσμού τα νέα θέματα και τις νέες απόψεις… Τι τεράστιες αλλαγές γίνονται αυτή τη στιγμή γύρω μας…πώς μπορούν οι καλλιτέχνες να απεικονίσουν όλα αυτά τα πράγματα με τα παλιά μέσα τέχνης;», (Έρνστ Φίσερ: «Η Αναγκαιότητα της Τέχνης», (Σελ. 147). 

Ο χυδαίος υλισμός της γραφειοκρατίας σε συνδυασμό με την αποκήρυξη του Χέγκελ ως «αντιδραστικού», εμπόδιζε την ανάπτυξη των φυσικοεπιστημονικών βάσεων του μαρξισμού, σε μια περίοδο μεγάλων ανακαλύψεων ιδιαίτερα στον τομέα του μικρόκοσμου. Στέρησε έτσι και την τέχνη από τα ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα και τις τεράστιες τεχνικές δυνατότητες ενός κόσμου που άλλαξε θεμελιακά σε σύγκριση με την εποχή της κλασικής μηχανικής και του θετικισμού που γέννησαν τον καλλιτεχνικό ρεαλισμό. 

Η λογοτεχνία αναγορεύτηκε, από «μικρή βίδα» (Λένιν), σε «διευθύντρια» των τεχνών και πηγή εκφραστικών μέσων για τον Κινηματογράφο και τη μουσική. Καθώς η επιστήμη γκρέμιζε το κοσμοείδωλο της εμπειρικής γραφειοκρατίας, οι καλλιτέχνες προστάχθηκαν να στραφούν σε μια ιστορική αναδρομή στην ευρωπαϊκή αισθητική. Η ακαδημαϊκή αυτή ενασχόληση με το παρελθόν της τέχνης, και με το φολκλόρ δεν μπορούσε φυσικά να δώσει λύσεις στο αδιέξοδο της επίσημης κουλτούρας-μπορούσε μόνο να το επιτείνει. 

Ορισμένες νεωτεριστικές τάσεις που επιτράπηκαν την περίοδο του κρουτσεφισμού και δημιούργησαν στους ιμπρεσιονιστές την εντύπωση ενός εξανθρωπισμένου σταλινισμού, χτυπήθηκαν πολύ σύντομα από τους επίγονους του Στάλιν. Η εξορία, η διαφυγή στη Δύση, οι δίκες, τα στρατόπεδα και οι κλινικές «αναμόρφωσης» των διαφωνούντων διανοουμένων, ακολούθησαν το λεγόμενο «λιώσιμο των πάγων» της περιόδου του Κρούστσεφ. 

Τελειώνοντας θα παραθέσω ένα απόσπασμα του Λ. Τρότσκι από το έργο του «Λογοτεχνία και Επανάσταση»: «Επειδή ο Στάλιν και η γραφειοκρατία του Κρεμλίνου, που αντιπροσώπευαν τις πιο συντηρητικές δυνάμεις στη Ρωσία και στηρίζονταν στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, εγκατέλειψαν τις θεμελιακές μαρξιστικές αντιλήψεις για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, γι’ αυτό εξαπολύσανε τους κατοπινούς άγριους διωγμούς στο λογοτεχνικό και επιστημονικό τομέα, όπως και στην πολιτική». 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Λ. Τρότσκι «Λογοτεχνία και Επανάσταση, εδώ: