Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Τρία κείμενα που δημοσίευσα στο περιοδικό ΜΥΣΤΗΡΙΟ το 1959, όταν ήμουνα 15 χρονών!


(Τρία κείμενα που δημοσίευσα στο περιοδικό ΜΥΣΤΗΡΙΟ το 1959, όταν ήμουνα 15 χρονών!)
ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

ΜΙΑ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ

Προχωρεί αργά, κουρασμένα. Τα πόδια του τρέμουν σε κάθε του βήμα και η αναπνοή του γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Στο σκελετωμένο κορμί του κρέμονται μερικά κουρελιασμένα, βρώμικα ρούχα. Από το κατάξερο στόμα του ακούγεται όλο η ίδια λέξη:

"Πεινώ! Πεινώ!".

Δεν είναι περισσότερο από 11 ετών.

Είναι πρωί. Κυριακή πρωί. Ο μικρός ζητιάνος πλησιάζει προς την εκκλησία. Είναι η εκκλησία των Αγίων Πάντων. Σταματά στην είσοδο και κάνοντας τον σταυρό του κάθεται στο μαρμάρινο πλακάκι. Είναι χειμώνας. Το σώμα του τρέμει ασταμάτητα. Με απλωμένο το χέρι ζητιανεύει:

"Ελεημοσύνη χριστιανοί!, λέει βραχνά. Ελεημοσύνη, αδελφοί μου. Ελεήστε ένα φτωχό, πούνε μόνος στον κόσμο"!

Οι περισσότεροι όμως, μένουν αδιάφοροι από τον πόνο του δυστυχισμένου παιδιού. Ούτε που καταδέχονται να το κοιτάξουν.

"Ελεημοσύνη Χριστιανοί! Ελεημοσύνη"!

Κι όμως, οι πονεμένες αυτές λέξεις, που βγαίνουν από το στόμα ενός παιδιού, έντεκα ετών, δεν συγκινούν τους πιο πολλούς. Λίγοι είναι εκείνοι, οι πονετικοί, που ρίχνουν στο τρεμάμενο από πείνα και κρύο χέρι του παιδιού μερικές δραχμές. Και εκείνο, πεινασμένο, κουρελιασμένο, καταδιωγμένο, και με πληγωμένο τον εγωισμό του, ευχαριστεί με λόγια θερμά, με λόγια βγαλμένα από την καρδιά του, τους καλούς αυτούς ανθρώπους.

Δυστυχισμένο πλάσμα! Σφίγγεται η καρδιά μπροστά σ΄ αυτήν την δυστυχία. Γιατί να υπάρχει τόση φτώχεια; Γιατί το επιτρέπει ο καλός Θεός και η πολιτεία; Τι έγινε λάθος; Κάτι δεν πήγε καλά. Κάτι πρέπει να αλλάξει. Τι όμως;

Αυτά σκεπτόμουν καθώς παρακολουθούσα το μικρό ζητιάνο. Βλέποντας τα μάτια του να υγραίνονται από δάκρυα, δεν μπόρεσα να βαστάξω άλλο. Του έδωσα τις πέντε δραχμές που είχα και έφυγα γρήγορα - γρήγορα από εκεί. Δεν πήγα στην εκκλησία να ανάψω κεράκι. Είχα θυμώσει πολύ. Γιατί Θεέ το επιτρέπεις;

Καθώς έστριβα στην γωνία της εκκλησίας, η τελευταία πονεμένη του φωνή που ακούστηκε, κλαψιάρικη γεμάτη πόνο, μα ασθενική, γιατί σκεπαζόταν από τις χαρούμενες φωνές των άλλων, πρόφερε τις ίδιες λέξεις:

"Μια ελεημοσύνη χριστιανοί! Μια ελεημοσύνη!...".



ΕΙΜΑΙ ΑΘΩΟΣ!

Η αίθουσα του δικαστηρίου είναι κατάμεστη από κόσμο. Ο πρόεδρος, ένας ηλικιωμένος σοβαρός άνδρας, χτυπάει το κουδούνι:

"Να προσέλθει ο Χρυσανθακόπουλος Παναγιώτης", λέει.

Ένας νεαρός 18 περίπου ετών ανεβαίνει αμέσως στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Το παρουσιαστικό του είναι θλιβερό. Ρούχα τριμμένα και χιλιωμπαλωμένα, κορμί αδύνατο και δέρμα κίτρινο. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του όμως είναι γλυκά, γεμάτα καλοσύνη.

"Κατηγορείσαι για κλοπή", λέει ο πρόεδρος. Είναι αλήθεια, κατηγορούμενε;

"Μάλιστα κύριε πρόεδρε. Είναι αλήθεια, έκλεψα!".'Πολύ καλά έκλεψες λοιπόν και το παραδέχεσαι! Γιατί κατηγορούμενε λοιπόν πήρες το διαμαντένιο κολιέ και το κουτί με τα μπιζού της κυρίας Παπαδήμου;".

Ένα κύμα αίματος βάφει τα κατακίτρινα μάγουλα του κατηγορουμένου.

"Ψέματα! Όχι κύριε πρόεδρε! Δεν έκλεψα εγώ τα μπιζού της κυρίας, μόνον το κολιέ και αυτό της το έδωσα πίσω πάλι, κύριε, ΕΙΜΑΙ ΑΘΩΟΣ! Δεν φταίω αν σε μια στιγμή απελπισίας έκλεψα το κολιέ. Ακούστε, κύριε πρόεδρε και ίσως με καταλάβετε. Από μικρός έχασα τους δικούς μου, έμεινα μόνος στον κόσμο δίχως προστάτη, δίχως στέγη. Σε ηλικία που τα άλλα παιδιά είναι στην αγκαλιά της μητέρας τους, εγώ γύριζα στους δρόμους ζητιανεύοντας για ένα κομμάτι ψωμί. Δεν γνώρισα μητρική αγάπη και στοργή εγώ. Μόνος, χαμένος για όλους, κουρελιασμένος, πεινασμένος και ταπεινωμένος . Ξέρετε τι θα πει να νοιώθεις ταπεινωμένος κύριε πρόεδρε; Μεγάλωσα μέσα στην αθλιότητα και την κακομοιριά. ΓΙΑΤΙ; Γιατί εγώ;".

Σταμάτησε λίγο και συνέχισε:

"... Έφτασα έτσι στην ηλικία των δέκα ετών. Τότε προσπάθησα να βρω δουλειά. Δεν ήθελα να ζητιανεύω. Φίλησα πόδια, παρακάλεσα, έκλαψα, αλλά εις μάτην. Όλοι έμεναν αδιάφοροι στην δυστυχία μου. Κανείς δεν μου πρόσφερε ένα στήριγμα να ακουμπήσω. Με λίγα χρήματα που κατόρθωσα να μαζέψω αγόρασα ένα κασελάκι, και προσπάθησα να δουλέψω έστω και λούστρος. Άλλωστε, στο σημείο που είχα φτάσει αυτή η δουλειά ήταν για μένα πολυτελέστατη. Κι εκεί όμως, άλλοι μεγαλύτεροι από μένα και ο αστυφύλακας της γειτονιάς δεν με άφηναν να δουλέψω. Είχα φτάσει πια στα πρόθυρα της απελπισίας, δεν ήξερα τι να κάνω. Τότε είδα την κυρία Παπαδήμου. Στολισμένη με χρυσαφικά και το διαμαντένιο κολιέ. Κάτι μέσα μου επαναστάτησε. Αυτό είναι αδικία. Από τη μια μεριά πολύ χρήμα και χρυσαφικό και εγώ τίποτα. Ούτε για να πάρω ένα κομμάτι ψωμί. Και ο αστυφύλακας να με διώχνει! Δεν μπόρεσα να βαστάξω τον πειρασμό. Έκλεψα το κολιέ. Όμως δεν είμαι γεννημένος κλέφτης. Η συνείδησή μου επαναστάτησε. Άκουγα φωνές μέσα μου να μου φωνάζουν: "κλέφτη, κλέφτη". Άλλες μου έλεγαν: "πάρτο. Αυτή έχει πολλά λεφτά. Δεν έχει ανάγκη. Ποιος ξέρει πόσα κολιέ έχει σπίτι της. Εσύ δεν έχεις ούτε να φας. Πάρτο το δικαιούσαι". Όμως δεν μπόρεσα να το κρατήσω. Το έδωσα πίσω. Όμως σας ορκίζομαι δεν έκλεψα εγώ τα άλλα μπιζού. ΕΙΜΑΙ ΑΘΩΟΣ".

Ο πρόεδρος τον κοίταξε για λίγο συλλογισμένος. Τέλος είπε:

"Ίσως λες την αλήθεια. Δεν φαίνεσαι για κακό παιδί. Που είναι όμως τα άλλα μπιζού;".

Την στιγμή εκείνη, ένας άλλος κουρελιασμένος νέος ξεπετάχτηκε μέσα από το πλήθος του ακροατηρίου, του δικαστηρίου.

"Σταθείτε μωρέ! Ο άνθρωπος αυτός είναι αθώος. Εγώ έκλεψα τα άλλα μπιζού. Η κυρία ήταν προκλητική με τον πλούτο της. Ο άντρας της πλούτισε στην κατοχή όταν ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Πάτησε επί πτωμάτων. Δεν μετανιώνω εγώ που έκλεψα αυτή την κυρία. Δεν είμαι εγώ ο κλέφτης αλλά αυτή και ο άνδρας της! Ορίστε τα μπιζού. Τα δίνω και παραδίδομαι γιατί δεν θέλω να πάει άδικα στη φυλακή ένας αθώος".

Και γυρίζοντας προς το μέρος του Χρυσανθακόπουλου, του είπε:

"Είμαι κι εγώ σαν και σένα φίλε μου. Κάποιοι έχουν φροντίσει να μας έχουν σ΄ αυτή την άθλια κατάσταση. Αυτοί είναι οι ένοχοι. Αυτοί πρέπει κάποια στιγμή να πληρώσουν. Και θα πληρώσουν φίλε"...



ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΕΛΑΝΙ

Ένας έξαλλος άνθρωπος μπήκε τρέχοντας στο σπίτι του ντεντέκτιβ Σέντραπαν Ροπέν, και ζήτησε να τον δει. Όταν ο βοηθός του Ροπέν τον πήγε στο γραφείο του αρχηγού του, ο άγνωστος έπεσε μισολιπόθυμος σε μια καρέκλα. Στάθηκε μερικές στιγμές και μετά είπε: "Το όνομά μου είναι Γουέιν Μπρουκς, κύριε Σέντραπαν. Έμαθα ότι η δουλειά σας είναι να κυνηγάτε δολοφόνους και να τους παραδίδετε στη δικαιοσύνη. Φοβάμαι, λοιπόν, ότι θα μου φορτώσουν έναν φόνο στην πλάτη μου, χωρίς να φταίω. Θα..." .

"Καλύτερα να μου τα πείτε από την αρχή", είπε ο ντεντέκτιβ.

Ο Μπρουκς έβγαλε από την τσέπη του ένα γράμμα, που δεν είχε καμία ημερομηνία.

"Αυτό το γράμμα, είπε, μου το έστειλε χθες. Μου γράφει, πως αν δεν γυρίσω κοντά της, θα αυτοκτονήσει. Το όνομά της είναι Ελενα Μόργκαν και είχαμε αρραβωνιαστεί. Εγώ όμως δεν την ήθελα".

"Τότε γιατί την αρραβωνιάστηκες;" ρώτησε ο Ροπέν.

"Μου το επέβαλαν οι γονείς μου. Σήμερα, λοιπόν, πήγα σπίτι της και την βρήκα νεκρή! Είχε αυτοκτονήσει μ΄ ένα πιστόλι".

"Θα πάμε στο σπίτι της", είπε ο Ροπέν.

Όταν μπήκαν μέσα, είδαν τη γυναίκα ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι της. Στο στήθος της υπήρχε ένας ματωμένος λεκές, ξεραμένος όμως, από ώρες. Ο Ροπέν έκανε μια έρευνα στο δωμάτιο της νεκρής. Πήγε και στο γραφείο της και τα εξέτασε όλα με προσοχή.

"Για ξαναδείχτε μου το γράμμα", είπε στον Μπρουκς.

Το κοίταξε με προσοχή και μετά το επέστρεψε. Κοίταξε τη νεκρή και μετά την τρύπα από την σφαίρα στον τοίχο. Έπειτα είπε αργά και σταθερά:

"Αν είχε αυτοκτονήσει, η σφαίρα που διαπέρασε το στήθος της, έπρεπε να είχε καρφωθεί πίσω της στο πάτωμα, και όχι πλάγια, στον τοίχο. Δεύτερον και κυριότερο. Το γράμμα είναι γραμμένο με κόκκινο μελάνι. Όπως, όμως, παρατήρησα, στο γραφείο της η νεκρή έχει μόνο μπλε μελάνι. Έχει όμως ένα άδειο μπουκάλι από κόκκινο μελάνι. Άρα το γράμμα αυτό στο έστειλε από καιρό. Επομένως Μπρούκς, εσύ τη σκότωσες και επωφελήθηκες που δεν είχε ημερομηνία το γράμμα για να μου το δείξεις, προσπαθώντας να με πείσεις ότι επρόκειτο για αυτοκτονία. Μα την έπαθες! Σε συλλαμβάνω λοιπόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου