Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Άρθρο του Παν. Βήχου για το περιοδικό Monthly Review


Άρθρο του Παν. Βήχου για το περιοδικό

Monthly


Review


Ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελληνικές αξίες για το μέλλον των
Ελλήνων και της Ανθρωπότητας!





FREE photo hosting by Fih.gr
Άρθρο που γράφτηκε ειδικά για το περιοδικό
Monthly
Review
στα πλαίσια ειδικού αφιερώματός του για την ιδεολογία και την εθνική
ταυτότητα, όπου θέτει το εξής ερώτημα: «Πολλοί αναλυτές –κυρίως στις
αναπτυγμένες χώρες– θεωρούν ότι αξίες όπως η δημοκρατία, η ισότητα και τα
ανθρώπινα δικαιώματα έχουν γίνει πλέον παγκόσμιες. Πιστεύετε ότι υπάρχουν
ιδιαίτερες ελληνικές αξίες και πώς αυτές επηρεάζουν το παρόν και το μέλλον της
ταυτότητας των Ελλήνων;»



ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (2007)


FREE photo hosting by Fih.gr

Η ύπαρξη του έθνους, του εθνικού κράτους και της εθνικής συνείδησης είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής του καπιταλισμού. Πριν από την εμφάνισή του καπιταλισμού, δεν υπήρχε καμιά εθνική συνείδηση με την έννοια της σύγχρονης εποχής. Η φεουδαρχική κοινωνία κυριαρχούνταν από τον ατομικισμό και ο κόσμος έβλεπε τον εαυτό του ως μέλος του χωριού, της πόλης, της περιφέρειας, κ.λπ. Χρειάστηκε η ανάπτυξη του καπιταλισμού, μια οικονομική επανάσταση, για να οδηγηθούν τα πράγματα στην οικογενειακή αγορά και τη συνένωση των ανθρώπων σε έθνος.
Η συγκέντρωση των ανθρώπων και των παραγωγικών δυνάμεων κάτω από το εθνικό κράτος ήταν ένα προοδευτικό ιστορικό καθήκον της μπουρζουαζίας. Είναι πάνω σε αυτή την υλική βάση, ιδιαίτερα στην Ευρώπη την περίοδο από το 1789 και μετά, την εποχή δηλαδή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, που βλέπουμε να εμφανίζεται το έθνος και η εθνική συνείδηση.
Δεν υπάρχει μια συνταγή για κάθε εθνικό πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, είναι η μέθοδος του μαρξισμού, η μέθοδος του διαλεκτικού υλισμού και της ταξικής ανάλυσης, που μας επιτρέπουν να εξαγάγουμε τα σωστά συμπεράσματα, όπως οι μπολσεβίκοι το 1917.
Στα γραπτά του Λένιν, υπάρχει μια σαφής διαφορά μεταξύ του εθνικού ζητήματος πριν και μετά το 1917. Πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Λένιν θεωρούσε πως το εθνικό μπορούσε να λυθεί σε καπιταλιστική βάση. Όμως, στη βάση του Οκτώβρη, η επίλυση του εθνικού σφιχτοδέθηκε με τη μοίρα της εργατικής τάξης και της ανατροπής του καπιταλισμού. Τα γεγονότα που ακολούθησαν, καθαρά επιβεβαιώνουν αυτή την πρόβλεψη.
Ωστόσο για να μπω στο πνεύμα της ερώτησης: Γιατί η κυρίαρχη ιδεολογία της Δύσης επιμένει πάνω στο μοτίβο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Το κάνει τυχαία ή αναγκαία;
Είναι πασίγνωστο ότι οι αστοί ιδεολόγοι παρουσίασαν τα γεγονότα του 1989-91 σαν το "τέλος του κομμουνισμού" και την "οριστική επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας". Ως εκ τούτου έπρεπε να προβάλλουν τα ανθρώπινα δικαιώματα σαν τις θριαμβεύουσες και αιώνιες αξίες ενός καπιταλιστικού συστήματος που άγγιζε την αιωνιότητα με το φαρσοειδές "τέλος της ιστορίας", όπως το φαντάστηκε ο διαφημιστής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Φ. Φουκουγιάμα. Αλλά υπάρχουν επίσης και βαθύτεροι λόγοι. Το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν είναι απλώς ένα επίσημο ψεύδος. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακριάς ιστορικής κοινωνικής ανάπτυξης και ένα σταθερό εστιακό σημείο σχέσεων και εντάσεων ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη και τις άλλες τάξεις στην αστική κοινωνία, στη διάρκεια όλης της πορείας της, από τις απαρχές ως την παρακμή. Σε κάθε ιδιαίτερη ιστορική περίοδο, σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, αυτό το σταθερό στοιχείο άλλαζε τη μορφή του και το περιεχόμενο.
Ακόμα και κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα βρήκαν την κλασική τους έκφραση, παρατηρούμε σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, την πολύ ριζοσπαστικότερη επαναδιατύπωση αυτών των δικαιωμάτων στη διάρκεια της πληβειακής επαναστατικής δημοκρατίας των γιακωμπίνων το 1791-93, και ξανά τη νέα αντιδραστική - συντηρητική εκδοχή τους από τους θερμιδωριανούς το 1795. Αν κοιτάξουμε από μια ευρύτερη ιστορική σκοπιά, βλέπουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα να παίζουν όχι μόνο διαφορετικό αλλά και αντίθετο ρόλο στην πρώτη επαναστατική περίοδο ανόδου του καπιταλισμού συγκριτικά με την περίοδο της παρούσας προχωρημένης παρακμής του.
Στην περίοδο των αστικών επαναστάσεων, η πάλη για τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν ένας απολύτως αναγκαίος ιδεολογικός μοχλός για να κινητοποιηθούν οι πληβειακές μάζες, ώστε με ηρωικές πράξεις να ξεγενήσουν μια μη ηρωική κοινωνία, κατά την έκφραση του Μαρξ ("18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη"). Tώρα, μετά δύο αιώνες, είναι ένα εξίσου αναγκαίο βαρίδι για να α-κινητοποιηθούν οι μάζες. Το 1789 ο citoyen - ο πολίτης - βρίσκονταν στο κέντρο της πολιτικής. Το 2002, ο citoyen απωθείται στην περιφέρεια και μετατρέπεται από δρών υποκείμενο σε παθητικό θεατή, ή για την ακρίβεια σε... τηλεθεατή.
Στη Γαλλική Επανάσταση, Ηθική και Πολιτική, ανθρώπινα δικαιώματα και ηθικότητα ήταν ενωμένα. Η ενότητά τους βρήκε την υψηλότερη έκφρασή της στην ηγεσία, τον Αδιάφθορο Ροβεσπιέρο. Τώρα κάθε ενότητα κατακερματίστηκε και τη θέση του Αδιάφθορου πήραν οι διεφθαρμένοι πολιτικάντηδες των κυρίαρχων τάξεων όπου γης. Παρόλες τις ιστορικές μεταμορφώσεις της λειτουργίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ένας κεντρικός πυρήνας διατηρήθηκε σταθερός, μια θεμελιακή αντίφαση, που αναπτύχθηκε μέσα από τις διάφορες ιστορικές φάσεις. Ο Καρλ Μάρξ απεκάλυψε αυτή την αντίφαση στο περίφημο νεανικό του κείμενο για "Το Εβραϊκό Ζήτημα" (1844), που τόσο το κακομεταχειρίστηκαν οι δηλωμένοι εχθροί του αλλά κι οι ψεύτικοι "φίλοι".
Μελετώντας τη Διακήρυξη του 1789, ο Μαρξ εστίασε πάνω στην ουσιώδη διάκριση, φανερή από τον τίτλο κιόλας, ανάμεσα σε δικαιώματα του Ανθρώπου και σε δικαιώματα του Πολίτη: "...τα δικαιώματα του ανθρώπου, ξεχωριστά από τα δικαιώματα του πολίτη, δεν είναι τίποτε άλλο από τα δικαιώματα του μέλους της αστικής κοινωνίας, δηλ. του εγωιστικού ανθρώπου, του ανθρώπου που είναι ξεχωρισμένος από τον άνθρωπο και την κοινότητα"(ό.π.π.). Η διάκριση των δύο ειδών δικαιωμάτων αντανακλά τον διαχωρισμό ανάμεσα στο ιδιωτικό άτομο και την πολιτική κοινωνία των πολιτών, το διχασμό της κοινωνικής ζωής σε ιδιωτική και δημόσια σφαίρα. Η αλλοτρίωση, που πηγάζει από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αντανακλάται στην αποξένωση του αφηρημένου πολίτη από το συγκεκριμένο ζωντανό άτομο. Στη βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η αντίφαση του Καθολικού και του Ατομικού αναπτύσσεται στο πιο ακραίο και εκρηκτικό σημείο. Εκφράζει την εσώτερη αντίφαση του συστήματος, ανάμεσα στον κοινωνικό - καθολικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ιδιωτικό - ατομικό τρόπο ιδιοποίησης. Όπως τόνισε ο Μαρξ, ο καπιταλισμός ωθεί τις παραγωγικές δυνάμεις σε μια απόλυτη, απεριόριστη ανάπτυξη για να πετύχει τον πιο σχετικό, περιορισμένο στόχο, το ιδιωτικό κέρδος. Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στο απόλυτο και το σχετικό μέσα στον καπιταλισμό οδήγησε στη διεθνοποίηση της οικονομικής ζωής, την εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας, μιας παγκόσμιας αγοράς, μιας παγκόσμιας οικονομίας και πολιτικής. Η ανθρώπινη ιστορία, με την καπιταλιστική ανάπτυξη "αποκτά για πρώτη φορά καθολικότητα και διάρκεια" (Λέων Τρότσκι). Αλλά ταυτόχρονα αυτή η καθολικότητα έρχεται σε διαρκώς οξυνόμενη σύγκρουση με το στενό πλαίσιο της ατομικής ιδιοποίησης. Μέσα στα όρια του καπιταλισμού, η ιστορικά αναπτυσσόμενη καθολικότητα είναι πάντοτες ατελής, ανολοκλήρωτη, εσωτερικά κατακερματισμένη, δηλητηριασμένη από τον ατομικισμό και κάθε είδους αφηρημένη μερικότητα (particularism). Από την άλλη μεριά, η ατομικότητα γίνεται ολοένα και πιο αλλοτριωμένη, ανίσχυρη, αβοήθητη, παγιδευμένη, απειλούμενη από δυνάμεις έξω από κάθε έλεγχο.
Στην περίοδο της ανωριμότητας του συστήματος και της επαναστατικής ανόδου της μπουρζουαζίας, οι αντι-φεουδαλικές ιδεολογίες, ιδιαίτερα η ιδεολογία του φυσικού δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην υπερνίκηση και ταυτόχρονα συσκότιση αυτής της αντίφασης ανάμεσα στο Καθολικό και το Ατομικό, ανάμεσα στην κοσμο-ιστορική αποστολή και τον ιστορικά περιορισμένο και μη ηρωικό ρόλο της μπουρζουαζίας. Η Διακήρυξη του 1789 αντανακλά και τις δύο πλευρές της αντίφασης, την κοσμο-ιστορική διάσταση και τους αστικούς περιορισμούς. Ενσωματώνει κοινωνικές αυταπάτες ως έκφραση της αντιφατικής πραγματικότητας, που τις παράγει για να νομιμοποιηθεί, αλλά και ως άρνηση, τάση υπέρβασης της συγκεκριμένης πραγματικότητας, άρσης των δεδομένων της. Η αντίφαση Καθολικού-Ατομικού δεν μπορεί να λυθεί μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής αγοράς και κυρίαρχων εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων. Αντίθετα μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια παροξύνεται και κορυφώνεται καθώς το σύστημα φτάνει σε κατάσταση κρίσης. Ο αντίκτυπος πάνω στα τυπικά και τα ουσιαστικά δικαιώματα μπορεί να είναι καταστροφικός.
Τα δικαιώματα, σε τελευταία ανάλυση, δεν βασίζονται ούτε στην ισχύ (Hobbes) ούτε στη θέληση (Rousseau) αλλά στις αντιφάσεις της υλικής ζωής των ατόμων (Marx). Ετσι όσο οξύνονται οι υλικές αντιφάσεις τόσο τα δικαιώματα αποκτούν ή φανερώνουν τους περιορισμούς τους, το φορμαλισμό τους, συρρικνώνονται και τελικά καταργούνται χωρίς προσχήματα. Οι τυπικές ελευθερίες από αναγκαίο πρελούδιο των ουσιαστικών δικαιωμάτων γίνονται ο νεκροθάφτης τους πριν αποχωρήσουν από τη σκηνή και οι ίδιες κατ΄ εντολήν του Δικτάτορα. Αν το 1789 υπήρξε μια στιγμή αφηρημένης Ταυτότητας της μορφής και του περιεχομένου των δικαιωμάτων, στη συνέχεια αναδύθηκε ιστορικά η Διαφορά τους, η Αντίθεση, και τελικά, η πλήρως ανεπτυγμένη Αντίφασή τους - στη δικιά μας εποχή.
Πίσω από την παρούσα παγκόσμια κατάσταση, όπου όσο πιο πολύ χειροκροτούν τα ανθρώπινα δικαιώματα τόσο πιο πολύ τα ποδοπατούν, βρίσκεται μια φοβερή συσσώρευση και ανάπτυξη εκρηκτικών υλικών κοινωνικών αντιφάσεων. Για να παραφράσουμε τον Ρουσσώ, αντιστρέφοντάς τον, μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος γεννιέται σε συνθήκες σκλαβιάς αλλά παντού γιορτάζουν την ελευθερία του... Όλες οι φλυαρίες, ιδίως στη Δύση, μαζί και στους κύκλους της λεγόμενης δυτικής αριστεράς πριν και μετά το 1989, για ανθρώπινα δικαιώματα, προτεραιότητα ή όχι της ελευθερίας απέναντι στην ισότητα και το αντίστροφο, για την citizenship, για κάθαρση και ανανέωση των θεσμών κλπ., κλπ., μοιάζει με τη φλόγα του καντηλιού που ξαφνικά δυναμώνει πριν σβήσει.
Σ΄ όλες τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η συνολική κρίση σπρώχνει στην αναδόμηση των σαπισμένων πολιτικών συστημάτων σε μια κατεύθυνση πολύ πιο αυταρχική και βοναπαρτιστική. Πολλές φορές η κίνηση αυτή προς τον δεξιό κρατικό αυταρχισμό κρύβεται πίσω ακριβώς από ρητορείες για την προάσπιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, λόγου χάρη, στη Γερμανία, με πρόσχημα την αναχαίτιση του ογκούμενου κύματος ρατσιστικών και φασιστικών επιθέσεων κατά των μεταναστών, προωθήθηκε από τη δεξιά κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών και των φιλελεύθερων, με την υποστήριξη των Σοσιαλδημοκρατών, η αλλαγή του άρθρου 16 του Συντάγματος, που προάσπιζε το δικαίωμα του πολιτικού ασύλου. Ήταν η αισχρή προσαρμογή στις πιέσεις των αλητοσυμμοριών των Ναζί-σκίνχεντς, που από τα παρασκήνια χειραγωγούνται από ισχυρούς κύκλους της άρχουσας μεγαλοαστικής τάξης.
Καθώς η παγκόσμια οικονομική και πολιτική κρίση του καπιταλισμού επιδεινώνεται, όλες οι παλιές δυνάμεις του Ζόφου - ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, ο σωβινισμός, ο φασισμός - κάνουν τη βάρβαρη επανεμφάνισή τους, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Το ζήτημα των δικαιωμάτων και των ελευθεριών έρχεται ξανά στο επίκεντρο. Είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα για να το αφήσουμε στα χέρια των ηθικολόγων και των δημαγωγών.
Η κριτική του Μαρξ στο αστικό περιεχόμενο των τυπικών ελευθεριών έχει διαστρεβλωθεί τόσο από τους φιλελεύθερους όσο κι από τους σταλινικούς. Η προσέγγιση του Μαρξ είναι διαλεκτική. Όπως και στην περίπτωση της θρησκείας, η κριτική του ξεσκεπάζει τις αλυσίδες γυμνές από τα φανταστικά τους λουλούδια, όχι για να αφήσει τις αλυσίδες χωρίς λουλούδια αλλά για "να τις σπάσει και να περισυλλέξει το ζωντανό ανθό" (Εισαγωγή του 1844 στην "Κριτική της Εγελειανής φιλοσοφίας του Δικαίου και του Κράτους").
Μια γρήγορη αλλά προσεκτική ματιά σε ένα σχετικό και πολύ γνωστό απόσπασμα από το "Κεφάλαιο", το έργο του ώριμου Μαρξ, μπορεί να δείξει αυτή τη διαλεκτική προσέγγιση. Στο κεφάλαιο για τη μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο, στον πρώτο τόμο, ο Μαρξ κριτικάρει, στα συμπεράσματά του, τις φετιχιστικές αυταπάτες της αγοράς. Η ανάλυσή του φανερώνει ότι "η σφαίρα της κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, στα πλαίσια της οποίας κινείται και η αγορά και πώληση της εργατικής δύναμης, ήταν η αληθινή Εδέμ των έμφυτων φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ κυριαρχεί μόνο η Ελευθερία, η Ισότητα, η Ιδιοκτησία και ο Μπένθαμ". Με άλλα λόγια, η πραγματική υλική βάση του αστικού Φυσικού Δικαίου δεν είναι κάποια μυθική αρχέγονη Φύση, που δεν έχει ακόμη μολυνθεί από την κοινωνία και την Ιστορία, κάποια Εδέμ που χάθηκε από το προπατορικό αμάρτημα της εμφάνισης του κοινωνικού ανθρώπου. Η "φυσική" βάση των δικαιωμάτων είναι μια "δεύτερη Φύση" (για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Χέγκελ), διαμορφωμένη μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης του ανθρώπου και της Φύσης, μέσα στα πλαίσια των εμπορευματικών καπιταλιστικών σχέσεων.
Στη συνέχεια, η μαρξική ανάλυση επισημαίνει κάτι σπουδαίο. Σε μια σύντομη πρόταση τίθεται σε συμπυκνωμένη μορφή η αντίφαση ανάμεσα στα ανθρώπινα δικαιώματα και τον αστικό φιλελευθερισμό: "Η Ελευθερία, η Ισότητα, η Ιδιοκτησία και ο Μπένθαμ". Όπως έχει δείξει ο ιταλός μαρξιστής λόγιος Domenico Losurdo, ο προαναφερόμενος Μπένθαμ, ο άγγλος θεωρητικός του φιλελευθερισμού και ωφελιμισμού, ήταν ο δηλωμένος αντίπαλος της Διακήρυξης του 1789 και των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο πρώτο τμήμα της πρότασης του Μαρξ. Ο Μπένθαμ επιτέθηκε άγρια στη Διακήρυξη, αποκαλώντας την άθροισμα "αναρχικών απατών", σ΄ ένα έργο του με τον ίδιο τίτλο ("Anarchical Fallacies, A Critical Examination of the Declaration of Rights"). Ο άγγλος φιλελεύθερος είδε στα γαλλικά συνθήματα της Ελευθερίας, της Ισότητας, ακόμα και της Ιδιοκτησίας (με την ερμηνεία που έδωσε ο Μπαμπέφ σαν του δικαιώματος στην κοινή ιδιοκτησία) τον πραγματικό κίνδυνο να χρησιμοποιηθούν από τις πληβειακές μάζες ενάντια στην οικονομία της αγοράς και όλες τις αξίες του αστικού φιλελευθερισμού.
Όταν ο Μαρξ βάζει στην ίδια γραμμή τα δικαιώματα του ανθρώπου, όπως τα διατύπωνε η Γαλλική Επανάσταση, μαζί με το όνομα του πασίγνωστου φιλελεύθερου αντιπάλου τους, δεν αγνοεί την εχθρική τοποθέτηση του άγγλου ωφελιμιστή. Ούτε σκοπεύει βεβαίως να επιτεθεί εμμέσως στην κομμουνιστική ερμηνεία των δικαιωμάτων από τη μεριά του Μπαμπέφ). Ο Μαρξ δείχνει ότι στις συνθήκες της αγοράς, όπου ο καπιταλιστής και ο εργάτης συναντιόνται σαν "ελεύθεροι" και "ίσοι" εμπορευματοκάτοχοι, αυτή η "ελευθερία" και "ισότητα", που εξιδανικεύονταν στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, είχαν το ίδιο περιεχόμενο με τα ιδανικά του δηλωμένου εχθρού των δικαιωμάτων του ανθρώπου, του φιλελεύθερου Μπένθαμ. Η αλήθεια τους ήταν το αντίθετό τους: ο Μπενθάμ.
Ο Μαρξ δεν κριτικάρει αφηρημένα την Ελευθερία, την Ισότητα per se, γενικά. Τις κριτικάρει ειδικά, μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και περιεχόμενό τους. Η αστική ατομική ιδιοκτησία είναι το δηλητήριο μέσα στην ελευθερία και την ισότητα που τάζανε στις μάζες για να τις κινητοποιήσουν και που είχαν εντελώς άλλο περιεχόμενο για τους αστούς. Οι καπιταλιστικές εμπορευματικές σχέσεις είναι οι αλυσίδες που στολίζονται με τα φανταστικά λουλούδια της Ελευθερίας και της Ισότητας. Το ζήτημα είναι να σπάσουμε αυτές τις αλυσίδες και να περισυλλέξουμε το ζωντανό άνθος της πραγματικής ελευθερίας και της πραγματικής ισότητας: την καθολική απελευθέρωση από κάθε είδους εκμετάλλευση, καταπίεση, ταπείνωση, αλλοτρίωση, υλική και πνευματική. Ο Μαρξ ζητά το πιο θεμελιακό δικαίωμα της ανθρωπότητας: να γίνει επιτέλους ανθρώπινη.
Aκόμα και η αυστηρή κριτική της Διακήρυξης στο νεανικό του κείμενο καταλήγει τονίζοντας ότι ο σκοπός της επανάστασης θα επιτευχθεί ":oταν το πραγματικό άτομο θα επαναιδιοποιηθεί μέσα στον εαυτό του τον αφηρημένο πολίτη... όταν ο άνθρωπος θα αναγνωρίσει και οργανώσει τις "δικές του δυνάμεις" ως κοινωνικές δυνάμεις και συνεπώς δεν θα ξεχωρίζει από τον εαυτό του την κοινωνική δύναμη με τη μορφή της πολιτικής δύναμης" ("Το Εβραϊκό Ζήτημα"). Αν πίσω από τον πολίτη ήρθε ο αστός, ο αστός με τη σειρά του, όπως είπε ο Ernst Bloch, θα κριθεί και θα ανατραπεί από τον πολίτη του μέλλοντος κόσμου, το φορέα της κοινωνικοποιημένης ελευθερίας.
Ο μαρξισμός δεν παλεύει για την κατάργηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά για τη σοσιαλιστική μεταμόρφωσή τους. Για την πραγμάτωσή τους ενάντια στη μυστικοποίηση και χειραγώγησή τους από τον καπιταλισμό. Η πάλη για δικαιώματα με πραγματικό χειραφετητικό περιεχόμενο όσο ποτέ ζωτική και επίκαιρη. Το παγκόσμιο κεφάλαιο στην κρίση του κινείται για να καταστρέψει κάθε δικαίωμα που κατακτήθηκε με την πάλη των εργαζομένων στην Ανατολή και στη Δύση, στον εξαθλιωμένο Νότο και στον ίδιο τον προνομιούχο Βορρά. Ο Χέγκελ, παρά τους περιορισμούς και τον ιδεαλισμό του, βασισμένος στη διαλεκτική του, έκανε μια βαθύτατη παρατήρηση. Στη "Φιλοσοφία του Δικαίου" μιλάει για το Notrecht, το Δίκαιο της ανάγκης - το δικαίωμα του απόκληρου, του πεινασμένου να συγκρουστεί με την ατομική ιδιοκτησία. Όταν η κοινωνία παραβιάζει το στοιχειώδες δικαίωμα ενός απόκληρου να ζήσει, τότε κάνει, όπως λέει ο Χέγκελ, "όχι μια απλή αλλά μια άπειρη αρνητική κρίση" ενάντιά του. "Αυτή η άπειρη παραβίαση του είναι αποτελεί μια ολική απουσία δικαίου". (Grundlinien, παρ. 127). Τότε, μια επίθεση του απόκληρου κατά της ιδιοκτησίας και της κοινωνίας είναι απολύτως νόμιμη. "Η εξαθλίωση αποκαλύπτει το πεπερασμένο και συνεπώς τον ενδεχόμενο {μη αναγκαίο} χαρακτήρα του Δικαίου και της Ευμάρειας" (παρ. 128).
Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανάλυση του Χέγκελ, διαμέσου του Notrecht και της σύγκρουσης με την ατομική ιδιοκτησία, βλέπει τη μετάβαση στο Αγαθό, τη διαλεκτική υπέρβαση (Aufhebuug) του αφηρημένου Δικαίου και της Ευμάρειας. Αυτή η υπέρβαση είναι "η πραγματοποιημένη ελευθερία, ο τελικός απόλυτος σκοπός του κόσμου" (παρ. 129). Στην παρούσα παγκόσμια κατάσταση, το σύστημα της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας καταδικάζει στην πείνα το 85% της ανθρωπότητας. Αρνείται το δικαίωμα στη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους όχι μόνο στο Νότο αλλά και στον ανεπτυγμένο Βορρά... Αυτή η άπειρη παραβίαση του είναι συνιστά το χάσμα ανάμεσα στα πραγματικά ανθρώπινα δικαιώματα και την επίσημη ηθική του κεφαλαίου. Αποτελεί την άρνηση του δικαιώματος ύπαρξης των απόκληρων. Γι΄ αυτό το λόγο περιορίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνο σε εκείνους που θεωρεί άνθρωπους, δηλ. μια μικρή προνομιούχα μειοψηφία. Η εκμεταλλευόμενη πλειοψηφία της ανθρωπότητας θεωρείται μη ανθρώπινη - Untermenschen", υπάνθρωποι κατά τη ναζιστική ορολογία που εφαρμόστηκε στους εβραίους, τους τσιγγάνους κι όλους τους "μη άρειους".
Ανάμεσα στο φιλελευθερισμό και το φασισμό υπάρχει, βεβαίως, αντίφαση. Αλλά αυτή η αντίφαση είναι σχετική, όχι απόλυτη. Υπάρχει μια αντικειμενική λογική του καπιταλισμού που οδηγεί από το φιλελευθερισμό στο φασισμό. Το Notrecht, το Δίκαιο των Απόκληρων, εκδηλώνει την αναγκαιότητα της μετάβασης πέρα από το αφηρημένο Δίκαιο των τωρινών Αρχόντων του κόσμου. Την αναγκαιότητα του άλματος στο Βασίλειο της Ελευθερίας. Δεν πρόκειται για αφηρημένη Ουτοπία. Δεν είναι το ιδεατό Αγαθό που ενσαρκώνεται στο εθνικό Κράτος, όπως τόνιζε ο ιδεαλιστής Χέγκελ. Ξεκινάει ξεπερνώντας τα εθνικά όρια και το Κράτος, ανατρέποντας το σύστημα της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας και οικοδομώντας μια παγκόσμια αταξική κομμουνιστική κοινότητα του κοινωνικοποιημένου ανθρώπου, των "συνεταιρισμένων παραγωγών", όπως ο Μαρξ έλεγε ("Κεφάλαιο").
Πραγματική ελευθερία δεν είναι ελευθερία από το Είναι ένας διαχωρισμός και μια φανταστική ανεξαρτησία από τον πραγματικό κόσμο. Είναι ελευθερία του Είναι μέσα στο Είναι, μεταμόρφωση του κόσμου, "φυσικοποίηση του ανθρώπου και εξανθρωπισμός της φύσης" (Μάρξ). Ο ίδιος ο καπιταλισμός δημιούργησε τους υλικούς όρους, γι΄ αυτό το άλμα. Εγκαθίδρυσε μια καθολική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και εξάντλησε πια το ρόλο του. Αυτή η καθολικότητα πρέπει τώρα να επαναποκτηθεί από τον εργαζόμενο άνθρωπο, που θα μεταμορφωθεί σε ελεύθερη κοινωνική ατομικότητα, σε προσωπικότητα, με την ενότητα του Καθολικού και του Ατομικού. Όπως είπε ο Μαρξ, "η ιδιωτική ιδιοκτησία μπορεί να καταργηθεί μόνο με τον όρο μιας καθολικής ανάπτυξης των ατόμων, ακριβώς γιατί η υπάρχουσα μορφή επικοινωνίας και των παραγωγικών δυνάμεων είναι καθολική και μόνο άτομα που αναπτύσσονται ολόπλευρα μπορούν να τις ιδιοποιηθούν, δηλ. να τις μετατρέψουν σε ελεύθερες εκδηλώσεις της ζωής τους" ("Γερμανική Ιδεολογία").
Με άλλα λόγια, ο αληθινός Homo Uninersalis θα είναι ο Homo Communisticus! Το μέγα άλμα στο βασίλειο της Ελευθερίας άρχισε με την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία το 1917. Το άλμα όμως αυτό δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί στα όρια μιας και μόνο χώρας, όπως διακήρυσσε ο σταλινισμός. Εδώ βρίσκεται το κλειδί της περασμένης και της τωρινής τραγωδίας, στη χώρα του Οκτώβρη. Αλλά το άλμα που κινδυνεύει να αναστραφεί και να γίνει πτώση στην άβυσσο δεν τέλειωσε ακόμα. Πρέπει να το ολοκληρώσουμε, σε παγκόσμια και όχι μόνο σε Ελληνική κλίμακα.
Η κρίση, η παράλυση του Ελληνικού αστικού κράτους, που έπαψε να είναι «μια συνένωση των πολιτών πάνω από ταξικές διάφορες και συμφέροντα», όπως ήθελε ο Αριστοτέλης, (να που υπάρχουν ιδιαίτερες ελληνικές αξίες που επηρεάζουν με την παγκοσμιότητά τους το παρόν και το μέλλον της ταυτότητας των Ελλήνων, όπως θέλουμε να ελπίζουμ:. Οι μεγάλοι μας Αρχαίοι Φιλόσοφοι και η Σοφεία τους που κληρονομήσαμε και που ανήκει ταυτόχρονα σε όλη την Ανθρωπότητα) αναγκάζει την αστική τάξη να γυρίσει στο «χρυσό ποταμό» της αρχαιότητας. Και όχι όλη η αστική τάξη. Το πιο οπισθοδρομικό μέρος της. Οι καταστραμμένοι από την κρίση και το σεισμό εργάτες – έγραφε ο Κ. Τσάτσος στο: «Η Κοινωνική Φιλοσοφία των Αρχαίων Ελλήνων» - και φτωχοί βιοπαλαιστές κάνουν πολλές «ενέργειες που απομακρύνουν τα πολιτεύματα από το σημείο όπου εξισορροπούνται οι αντίθετες ροπές, με αποτέλεσμα να προκαλούνται φθορά και μεταβολές των πολιτευμάτων». Η μπουρζουαζία, όπως και η φεουδαρχία, επιστράτευσε παλιότερα, και επιστρατεύει και σήμερα ότι πιο αντιδραστικό υπάρχει στην Αριστοτελική Φιλοσοφία, για να εξοπλιστεί ιδεολογικά και να αντιμετωπίσει τη «φθορά και την ανατροπή των πολιτευμάτων της». Γι’ αυτό, βλέπουμε τον Αριστοτέλη από τα θεολογικά σεμινάρια να έρχεται και στα σχολικά θρανία. Έτσι, οι μαθητές μπορούν να διαβάζουν στα «Ηθικά Νικομάχεια» (5,6), ότι «εάν τα πρόσωπα δεν είναι ίσα, δεν επιτρέπεται να έχουν ίσα δικαιώματα!».
«Οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι ήταν όλοι από τη φύση τους διαλεκτικοί. Και ο Αριστοτέλης, η πιο καθολική διάνοια ανάμεσα τους, είχε ήδη αναλύσει τις πιο ουσιαστικές μορφές της διαλεκτικής σκέψης. Εντούτοις, η διαλεκτική παράμεινε εμβρυακό στοιχείο στην ελληνική σκέψη. Οι έλληνες φιλόσοφοι δεν πέτυχαν και δεν μπορούσαν να πετύχουν ν’ αναπτύξουν τις σκόρπιες οξύτατες ενοράσεις σε επιστημονικό σχήμα». (Ενγκελς).
Γιατί;
«Έπρεπε πρώτα να εξεταστούν τα πράγματα προτού μπορέσουν να εξεταστούν τα προτσές. Έπρεπε πρώτα να ξέρει κανείς τι ήταν ένα οποιοδήποτε πράγμα, για να μπορέσει έπειτα να καταπιαστεί με τις αλλαγές που παθαίνει… Η παλιά μεταφυσική, που θεωρούσε τα πράγματα αποτελειωμένα, γεννήθηκε από μια επιστήμη της φύσης που ερευνούσε τα νεκρά και ζωντανά πράγματα σαν αποτελειωμένα». (Έγκελς: Ο Λ. Φόυερμπαχ και το τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας).
Το πρωτόγονο επίπεδο της αρχαίας τεχνολογίας και των μαθηματικών, που ήταν εντελώς απομακρυσμένα από κάθε σχέση με τη φύση, οδήγησαν στους αφηρημένους και στατικούς «νόμους της σκέψης», με αποκορύφωμα το «νόμο της ταυτότητας», που δεν ξεπερνά την εμπειρική ταξινόμηση και σύγκριση των ιδιοτήτων αντικειμένων που δεν είχαν καμία ποσοτική σχέση μεταξύ τους: Α=Α («αν καθετί είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του, δεν είναι ξεχωριστό από αυτόν, δεν περιέχει καμιά αντίθεση και δεν έχει καμιά βάση»).
«Η ουσία είναι…απλή ταυτότητα με τον εαυτό της», σε βαθμό μάλιστα που η αμφισβήτηση αυτής της αρχής να ισοδυναμεί με το ότι «έχει καταλυθεί η λ ο γ ι κ ή σ υ ν ε ί δ η σ η και το γεγονός μπορεί πλέον να έχει σημασία μόνο για την ψυχολογία (΄η για την ψυχοπαθολογία) (!), (Ε. Παπανούτσου: Λ ο γ ι κ ή , σελ. 190).
Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για την κοινή αντίληψη, που αντιπαραθέτει την ομοιότητα και τη διαφορά, χωρίς να κατανοεί «αυτή την κίνηση της μετάβασης του ενός απ’ αυτούς τους προσδιορισμούς στον άλλο». (Χέγκελ, Λογική). Οι οπαδοί του «νόμου της ταυτότητας» μετατρέπουν αυτή την άδεια ταυτολογία σε μια μονόπλευρη προσδιοριστικότητα, που αυτή καθεαυτή περιέχει μονάχα τυπική αλήθεια, αφηρημένη και ατελή και αντανακλά, σύμφωνα με τον Χέγκελ, τη «συνηθισμένη τρυφερότητα προς τα πράγματα, που η μόνη της φροντίδα είναι πώς να μην έρθουν σε αντίφαση το ένα με το άλλο», πράγμα που αποτελεί και τον ταξικό – πολιτικό πυρήνα της κοινωνικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη.
Είναι λάθος επομένως να αντιλαμβανόμαστε το «νόμο της ταυτότητας» σαν ένα στατικό δεδομένο, που η αναγνώριση του «είναι μια απαραίτητη συνθήκη, για να γίνει κανείς επαναστάτης σοσιαλιστής», όπως ισχυρίζεται ο Νόβακ στο «Εισαγωγή στη Λογική του Μαρξισμού». «Ο άνθρωπος έχει μάθει το νόμο της ταυτότητας μέσα από τα εκατομμύρια χρόνια της κοινωνικής πρακτικής του, πολύ πιο πριν από τότε που μπόρεσε να τον σχηματοποιήσει, χρησιμοποιώντας αφηρημένες γενικές έννοιες. Ο νόμος της ταυτότητας είναι μόνο μια μονόπλευρη διατύπωση ενός προστέσου που συσχετίζει αυτό που παραμένει το ίδιο μέσα στις πολύπτυχες αλλαγές που υφίσταται καθετί μέσα στη φύση. Αυτό το προτσές έμεινε βασικά απαρατήρητο, σ’ αυτούς που πρώτοι διατύπωσαν το νόμο της ταυτότητας στην Ελλάδα». (Αλεξ. Στάϊνερ: «Η Φιλελεύθερη Φιλοσοφία του Τζορτζ Νόβακ», σελ. 9-10, ελλην. Έκδοση).
Αναφέρθηκα, ειδικά, στον Αριστοτέλη γιατί πιστεύω ότι: «Το ζήτημα μιας ορθής φιλοσοφικής διδασκαλίας, δηλ. μιας σωστής μεθόδου σκέψης, έχει τόση αποφασιστική σημασία για ένα επαναστατικό κόμμα, όση έχει ένα παλιό μηχανουργικό τμήμα για την παραγωγή. Είναι ακόμα δυνατό να υπερασπίσει κανείς την παλιά κοινωνία με τις υλικές και διανοητικές μέθοδες που έχουν κληρονομηθεί από το παρελθόν. Είναι όμως εντελώς αδιανόητο να ανατραπεί αυτή η κοινωνία και να οικοδομηθεί μια νέα, χωρίς πρώτα να αναλυθούν κριτικά οι τωρινές μέθοδες».
(Λ. Τρότσκι, «Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού»)
Συνοψίζοντας καταλήγουμε ότι η αναγκαιότητα της ελευθερίας είναι πιεστική όσο ποτέ στην παρούσα ιστορική περίοδο της χρηματιστικής καπιταλιστικής Παγκοσμιοποίησης και πώς το μέλλον της ταυτότητας και της ζωής των Ελλήνων συναρτάται με το μέλλον και τη ζωή ολόκληρης της Ανθρωπότητας.

21 Δεκεμβρίου 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου