Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Ο "ΧΡΥΣΟΣ ΠΕΤΕΙΝΟΣ" ΚΑΙ ΤΑ ΜΠΡΟΥΤΖΙΝΑ ΑΥΓΑ!


Ο "ΧΡΥΣΟΣ ΠΕΤΕΙΝΟΣ" ΚΑΙ ΤΑ ΜΠΡΟΥΤΖΙΝΑ ΑΥΓΑ!

(Το παρακάτω άρθρο - κριτική, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, έντυπο του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου)


Στην Τέχνη, συχνά, αντανακλάται εξίσου καθαρά, αν όχι καθαρότερα, απ΄ ότι στην πολιτική και στην οικονομία η πορεία μιας κοινωνίας προς την πρόοδο ή την οπισθοδρόμηση. Δεν είναι επομένως παράξενη η προς τα πίσω ιδεολογοαισθητική κατεύθυνση στην Τέχνη της σημερινής Ρωσσίας.

Ως δείγμα μιας τέτοιας κατεύθυνσης μπορεί να χαρακτηριστεί η επιλογή και κυρίως η σκηνοθετική ερμηνεία της όπερας του Μουσόργκσκι "Χοβάνσινα" από την ¨Κρατική Οπερα της Αγίας Πετρούπολης", η οποία με τη "Χοβάνσινα" και το "Χρυσό πετεινό" του Ρίμσκι - Κορσάκοφ συμμετείχε στον κατά τα άλλα αξιόλογο Κύκλο Ρώσικης Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής. Οι επισημάνσεις αυτές δεν υποτιμούν - επ΄ ουδενί, τη μεγάλη προσφορά στην Οπερα του Μουσόργκσκι (1839-1881), που υπήρξε από τους πρωτεργάτες της εθνικής μουσικής κουλτούρας της Ρωσίας. Και μόνο ο ¨Μπόρις Γκουντούνοφ" (ο "Γκουντούνοφ" και η "Χοβάνσινα" αποτελούν τα δύο μέρη μιας ιστορικής τριλογίας για την παλιά τσαρική Ρωσία, η οποία έμεινε ανολοκλήρωτη, εξαιτίας του καταρακωμένου - στα τελευταία του - βίου του δημιουργού τους), κατατάσσει τον Μούσοργκσκι στην πρώτη σειρά των διαπρεπών δημιουργών της όπερας. Η "Χοβάνσινα", όμως, ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΕΤΡΙΟ ΕΡΓΟ! Με όλο το σεβασμό το ιστορικό θέμα του είναι αδύνατο και η δραματική εκδοχή του στο λιμπρέτο των Μούσοργκσκι - Στάνοφ, ασθενής. Εξάλλου η μουσική ενορχήστρωσή του, παραπαίουσα και "Ευρωπαϊζουσα", δεν διαθέτει την ακτινοβολία, τη δύναμη, την ελευθερία και ευρύτητα και τις δραματικές συγκρούσεις του "μύθου" του "Γκουντούνοφ". Δεν είναι τυχαίο, ότι αντίθετα από άλλα μελοδράματα του Μούσοργκσκι η "Χοβάνσινα" ανέβηκε καθυστερημένα - το 1959 από τον Σοστακόβιτς - και από τότε σπανιότατα παιζόταν από τα λυρικά θέατρα της πρώην ΕΣΣΔ.

Έντονα θρησκευτικό το πνεύμα και φιλομοναρχικό το θέμα του έργου, μπορεί να λειτουργήσει πιστεύω θετικά, αν ιστορικοποιηθεί κριτικά από τη σκηνοθετική ερμηνεία του. Ο Σ. Γκαουντάσινσκι, σκηνοθέτης της "Χοβάνσινα" μαζί με τους: Σ. Πατσούχ (σκηνικά), Γ. Ραπάϊ (κουστούμια), των συμβολικών σταυρών (με τη χρήση καπνογόνων), με την εξιδανίκευση και προβολή του θρησκευτικού περιεχομένου, έδωσε στο έργο ένα προσηλυτιστικό χαρακτήρα, με μπόλικες δόσεις αφελούς "ακαδημαϊκού" τύπου φολκλορικού "ρεαλισμού". Η αισθητική απλοϊκότητα της σκηνοθεσίας, έκδηλη στις μουσικά στέρεες, αλλά χωρίς υποκριτική εμβέλεια ερμηνείας, εξέθετε περισσότερο τις αδυναμίες του έργου και τους λόγους της επιλογής του. Ευτυχώς που υπήρχε η καλή, η πολύ καλή ορχήστρα, ο άξιος βαρύτονος Β. Βανιέγεφ, η υποκριτική προσπάθεια του Σ. Σαφιένιν, το χορωδιακό λαϊκό τραγούδι και η θαυμάσια (μουσικά, χορογραφικά, ενδυματολογικά) σκηνή του χορού των Περσίδων. Αντίθετα η επιλογή και η παράσταση του "Χρυσού Πετεινού" του Ρίμσκι Κόρσακοφ (1844-1908) ήταν πολύ πετυχημένη. Το "κύκνειο άσμα" του μεγάλου Ρώσου συνθέτη, εμπνευσμένο και γραμμένο μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1905, μπόρεσε να εκφράσει τα αισθήματα του ρώσικου λαού για τη βάναυση, σάπια και γελοία τσαρική εξουσία που τόσο πολύ φαίνονται να νοσταλγούν οι σημερινοί Βοναπαρτίσκοι...

Το λιμπρέτο του Βλαντίμιρ Μπιέλσκι πρόσθεσε στη φαντασία, τη χάρη και τη λαϊκότητα του παραμυθιού, την οξύνοια και την καυστικότητα της σάτιρας. Η οργή και το φιλολαϊκό αίσθημα του διωγμένου από το Ωδείο συνθέτη - λόγω της φιλεπαναστατικής του στάσης - βρήκαν διέξοδο μ΄ αυτό το έξοχο, αυθεντικά ρωσικό μουσικό δημιούργημα, το οποίο βρήκε τη λαϊκή αναγνώριση και το 1909 που επετράπη να παιχθεί και στα μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση χρόνια, κάθε φορά που παιζόταν.

Ετσι στο ρώσικο κύκλο είδαμε με τη "Χοβάνστινα" πως από έναν "Χρυσό πετεινό", μπορεί να βγουν... μπρούτζινα αυγά. Όσοι, όμως, συνάδελφοι δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν αυτόν τον κύκλο, έχασαν και τα αυγά και τα καλάθια! Το Μέγαρο Μουσικής, όμως, είναι εκεί - να ήτανε και ποιο φτηνό το εισητήριο, τι καλά που θάτανε - και μας περιμένει. Να αποτοξινωθούμε απ΄ την υποκουλτούρα και τη σαβούρα των Μπιγκ Μπράδερ και Μπαρ, από τις αηδίες τύπου Βανδή και Ρουβά, που είμαστε αναγκασμένοι να βλέπουμε και πολλοί να... συνεργαζόμαστε μαζί τους στους "ναούς" της Τέχνης, τα σκυλομάγαζα, μεγάλα "καθώς πρέπει" και τα μικρότερα. Η Τέχνη δυστυχώς είναι για τους λίγους που σερβίρουν στο λαό τη σαβούρα ενώ οι ίδιοι πηγαίνουν σε Όπερες και Συναυλίες. Κι ανάθεμα αν ξέρουν τι ακούν...

Παναγιώτης Βήχος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου