Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

ΓΙΑ ΤΟ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ


ΓΙΑ ΤΟ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


Πριν λίγες βδομάδες στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύσαμε το άρθρο του Λ. Τρότσκι για τον Μαγιακόφσκι. Πολλοί φίλοι μας τοποθετήθηκαν πάνω στο άρθρο και έγινε μια πολύ ωραία συζήτηση. Αυτό μου έδωσε την ιδέα να ασχοληθώ κι εγώ λίγο με αυτό το άρθρο.

Γράφει, λοιπόν, ο Λ. Τρότσκι στο κείμενο του: Ο Μαγιακόφσκι δεν έγινε, δεν μπορούσε να γίνει, ο θεμελιωτής της προλεταριακής λογοτεχνίας για τον ίδιο λόγο που ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να οικοδομηθεί σε μια μόνο χώρα. Στους αγώνες της μεταβατικής περιόδου ήταν ο πιο θαρραλέος μαχητής του λόγου και έγινε ένας από τους αναμφισβήτητους πρόδρομους της λογοτεχνίας που θα δώσει στον εαυτό της η νέα κοινωνία»(1).

Ο πολύ περιεκτικός αυτός επίλογος για το Μαγιακόφσκι γράφτηκε το 1930. Ο Λ. Τρότσκι θεωρεί σαν ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του ποιητή την πάλη για μια ποίηση που βαδίζει παράλληλα με την επανάσταση και καθιστά το έργο του ένα από τα θεμέλια της τέχνης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ο Τρότσκι μιλάει για «μεταβατική περίοδο» που δεν είναι άλλη παρά η «εποχή πολέμων και επαναστάσεων» του Λένιν. Η μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό (ιμπεριαλισμό) στον σοσιαλισμό, η εποχή της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Υπάρχει βέβαια, τεράστια διάφορα μεταξύ της περιόδου για την κατάληψη της εξουσίας και αυτής μετά. Αυτό όμως δεν αλλάζει τη φύση της εποχής μας μια και ο ιμπεριαλισμός είναι ακόμα το κυρίαρχο σύστημα.

Όταν ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε στις 14 Απρίλη 1930, η σταλινική γραφειοκρατία έβγαλε επιφωνήματα ανακούφισης. Την επόμενη μέρα η «Πραβντα» δημοσιεύει (στη σελίδα 5) νεκρολογία του ποιητή γραμμένη από τον Ντεμιάν Μπιέντνι, και δίπλα, σε ειδικό πλαίσιο, σημείωμα της σύνταξης που ανέφερε ότι η αυτοκτονία του ποιητή δεν είχε καμιά σχέση με κοινωνικά ΄η καλλιτεχνικά ζητήματα, άλλα ήταν απόρροια προσωπικών προβλημάτων του ποιητή.(2)

Μέσα σε δέκα ώρες – από την αυτοκτονία του ποιητή το πρωί, μέχρι το τύπωμα της εφημερίδας το βράδυ – τα σταλινικά λαγωνικά είχαν ξεδιαλύνει την υπόθεση!!! Σε κοινή έκδοση της «Κομσομόλσκαγια Πράβντα» (όργανο της κομμουνιστικής νεολαίας) και της «Λιτερατούρναγια Γκαζέττα» στις 17 Απρίλη 1930, ο Μαγιακόφσκι χαραχτηρίζεται σαν «ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού μας» (σύνταξη), «ο μεγαλύτερος επαναστάτης ποιητής μιας μεγάλης εποχής» (Γεωργιανοί συγγραφείς), «ο μεγαλύτερος ποιητής της επανάστασης» (προεδρείο της Κομμουνιστικής Ακαδημίας), «κήρυκας της επανάστασης» (Πανσοβιετική εταιρία αγροτών συγγραφέων), κλπ. Ο Μπέλα Κούν, σε σύντομο σημείωμα, κατακρίνει τον Μαγιακόφσκι για την «κουτή και δειλή» πράξη της αυτοκτονίας, άλλα και αυτός τον ανακηρύσσει σαν τον «μεγαλύτερο επαναστάτη ποιητή όχι μόνο της Σοβιετικής Ένωσης, άλλα σε διεθνή κλίμακα».

Είναι φανερή η έλλειψη μηνυμάτων ΄η συλλυπητήριων τηλεγραφημάτων από την Κυβέρνηση ΄η την Ρωσική Ένωση Προλεταριακών Συγγραφέων (ΡΑΠΠ). Ούτε στην κηδεία του Μαγιακόφσκι θα παραστεί επίσημη αντιπροσωπία της κυβέρνησης ΄η της ΡΑΠΠ. Η σταλινική γραφειοκρατία και το καλλιτεχνικό κατεστημένο της, είχαν απαλλαχτεί από ένα σημαντικό και δημοφιλή εχθρό. Στα επόμενα πέντε χρόνια, δεν τυπώθηκε κανένα βιβλίο του Μαγιακόφσκι, δεν έγινε καμιά έκθεση γι’ αυτόν, δεν ανεβάστηκε κανένα έργο του.

Τον επόμενο χρόνο, της αυτοκτονίας του Μαγιακόφσκι, το 1931, ο Λουνατσάρσκι δημοσιεύει το μοναδικό άρθρο για τον ποιητή που εμφανίζεται στα χρόνια 1930-35. Το άρθρο, «Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι» - νεωτεριστής», είχε δυο σκοπούς. Να «εξηγήσει» την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, και να επιτεθεί στο άρθρο του Τρότσκι (δημοσιευμένο το Μάη του 1930) όπου ο συγγραφέας του «Λογοτεχνία και Επανάσταση» αναφέρει τις αντιφατικότητες της ζωής μετά την επανάσταση και το σταλινικό εκφυλισμό της σαν τις αιτίες της αυτοκτονίας του ποιητή.

Ανήμπορος βέβαια να πει την αλήθεια, ο Λουνατσάρσκι, παρουσιάζει την πιο φανταστική, μεταφυσική και μυστικιστική «θεωρία» για την αυτοκτονία του ποιητή. Τον ποιητή τον σκότωσε, έγραψε, «ο δίδυμος του» ένας «άλλος» Μαγιακόφσκι, μικροαστός, το αντίθετο του μεγάλου επαναστάτη ποιητή! Η σχιζοφρένεια είναι αυτή που σκότωσε τον Μαγιακόφσκι!

Η απεγνωσμένη αυτή «θεωρία» του τέως κομισάριου Παιδείας και Τεχνών, αντί να καλυτερέψει, χειροτέρεψε τα πράγματα, για την σταλινική γραφειοκρατία και κανένας δεν ξανααναφέρθηκε σ’ αυτή. Οι τεράστιες κοινωνικές αντιθέσεις που βρήκαν μια τόσο απροκάλυπτη έκφραση στο έργο και τη ζωή του Μαγιακόφσκι και που βρίσκονταν σε μεγάλη όξυνση το 1931, αποκάλυπταν σε όλους τα αιτία της αυτοκτονίας του. Το 1934 γίνεται το συνέδριο σοβιετικών συγγραφέων, στημένο από τον Στάλιν και τον Ζντάνοφ, που σκοπός του είναι να επισημοποιήσει το δόγμα του «Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού». Ένας από τους εισηγητές στο συνέδριο ήταν και ο Νικολάι Μπουχάριν, διευθυντής της «Πραβντα» στη δεκαετία του ’20 και οπαδός της Προλεταριακής Τέχνης – ζήτημα πάνω στο οποίο είχε συγκρουστεί με τον Λένιν. Τώρα, στην υπηρεσία της σταλινικής δικτατορίας, εμφανίζεται στο συνέδριο σαν μια από τις μεγάλες προσωπικότητες της Επανάστασης για να δώσει «κύρος» στο συνέδριο, άλλα και να δείξει την υποτέλεια του στον Στάλιν.

Στη μακριά και θεωρητική εισήγηση του, ο Μπουχαριν αναφέρει τον Μπιέντνι και τον Μαγιακόφσκι σαν ποιητές με «μεγάλη επιρροή στην ποίηση της χώρας μας» και πλέκει το εγκώμιο του Μαγιακόφσκι που τον χαρακτηρίζει «τρομερό, καταπληκτικό ποιητή, τυμπανιστή της προλεταριακής επανάστασης». Ο Στάλιν όμως δεν έχει πει ακόμα τίποτα για τον Μαγιακόφσκι. Έτσι δυο μέρες μετά από την εισήγηση του Μπουχάριν ένα από τα τσιράκια του «μεγαλοφυή αρχηγού και δάσκαλου», ονόματι Α.Ι. Στέτσκι (διευθυντής του τμήματος πολιτισμού και Λενινιστικής προπαγάνδας της Κεντρικής Επιτροπής). Αντικρούει τον Μπουχάριν και ανακοινώνει ότι καμιά απόφαση δεν έχει παρθεί για την αποδοχή του Μαγιακόφσκι σαν μοντέλου της σοβιετικής ποίησης. Δεν έχουμε κανένα μοντέλο, είπε ο Στέτσκι, παρά την καθοδηγητική γραμμή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Άλλα η «χειροτόνηση» του Μαγιακόφσκι γίνεται τον επόμενο χρόνο. Η Λίλι Μπρίκ, με την οποία ο ποιητής είχε μακρόχρονο δεσμό, γράφει το 1935 στον Στάλιν γράμμα – διαμαρτυρία για την εγκατάλειψη του Μαγιακόφσκι από το κράτος. Ο Στάλιν απαντά και χαρακτηρίζει τον Μαγιακόφσκι σαν «τον πιο ταλαντούχο ποιητή της σοβιετικής εποχής». Αμέσως άρχισε η εκστρατεία «αγιοποίησης» του ποιητή. Άρθρα, βιβλία, περιοδικά, εμφανίζονται με σκοπό να επιβάλουν τον Μαγιακόφσκι σαν τον «ποιητή της επανάστασης», διαστρεβλώνοντας το έργο του και ιδιαίτερα την πάλη του, μέσω των ποιημάτων και θεατρικών του έργων, ενάντια στην γραφειοκρατία.

Ο Πάστερνακ παρατήρησε ότι ο Μαγιακόφσκι επιβλήθηκε από τον Στάλιν βίαια, «όπως η πατάτα από την “Μεγάλη Αικατερίνη”. Αυτός ήταν ο δεύτερος θάνατος του. Γι’ αυτόν ο ποιητής δεν έφταιγε».

Αυτό που έκανε τον Στάλιν να χειροτονήσει το 1935 το Μαγιακόφσκι «ποιητή της Επανάστασης» ήταν η ανάγκη ύπαρξης σημαντικών και δημοφιλών καλλιτεχνών οι όποιοι θα παίξουν το ρόλο πρόδρομων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Έτσι η επιβολή της δικτατορίας του Στάλιν στην τέχνη, μέσω του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δεν θα φαινόταν τόσο απότομη και ξαφνική. Έχοντας διακηρύξει ότι η Σοβιετική Ένωση είχε μπει – από το 1934 – στο στάδιο του σοσιαλισμού, ο Στάλιν ανακήρυξε το σοσιαλιστικό ρεαλισμό σαν την τέχνη αυτού ακριβώς του νέου σταδίου.

Σήμερα ο χαρακτηρισμός του Μαγιακόφσκι σαν ποιητή της επανάστασης υπάρχει σε κάθε βιβλίο του ποιητή. Στην ανθολογία ποιημάτων του στην αγγλική γλώσσα (Μόσχα 1976), ο πρόλογος έχει σαν τίτλο τα λόγια του Στάλιν «Ένας μεγάλος Ποιητής της Σοβιετικής Εποχής» και ο Μαγιακόφσκι παρουσιάζεται σαν «ο πρώτος ποιητής της επανάστασης». Ούτε μια λέξη όμως από τον συγγραφέα του προλόγου, κάποιον Βίκτορα Πέρτσοβ, για την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι ΄η την πάλη του ενάντια στην γραφειοκρατία.

Ο Μαγιακόφσκι αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι, αγαπητοί επισκέπτες του Πολιτικού Καφενείου, ήταν ένας από τους ιδρυτές του Φουτουρισμού στη Ρωσία (1912) και ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος του. Έγινε ιδιαίτερα γνωστός με το ποίημα του «Σύννεφο με Παντελόνια» (1915). Ήταν ένας από τους λιγοστούς καλλιτέχνες που αμέσως υποστήριξαν την επανάσταση του Οχτώβρη και έγινε δημοφιλής με τις περιοδείες του στο μέτωπο άλλα και σε όλη τη Σοβιετική Ένωση όπου με τη δυνατή μπάσα φωνή του απάγγειλε τα ποιήματα του υπέρ της Επανάστασης, σατιρίζοντας ταυτόχρονα την γραφειοκρατία. Οι πιο σπουδαίοι κριτικοί της Σοβιετικής Ένωσης στη δεκαετία του ’20 – Βολόνσκι, Λουνατσάρσκι – αναγνώρισαν τον Μαγιακόφσκι σαν ένα μεγάλο ποιητή, παραλές τις αδυναμίες του που, κατά τη γνώμη τους, προέρχονταν από το ότι ήταν φουτουριστής. Ο Τρότσκι τον αποκάλεσε «μεγάλο» ΄η όπως τον χαρακτηρίζει ο Μπλοκ, «ένα τεράστιο ταλέντο», άλλα ξεχώρισε ένα σοβαρό ελάττωμα στην ποίηση του Μαγιακόφσκι – την έλλειψη ισορροπίας και αναλογίας.(3)

Κανένας – από τους φανατικούς νεαρούς θαυμαστές του μέχρι τους ηγέτες του σοβιετικού κράτους ΄η κριτικούς και καλλιτέχνες – δεν θεώρησε τον Μαγιακόφσκι ΄η οποιονδήποτε άλλον, «ποιητή της επανάστασης». Δεν είναι όμως μόνο η σταλινική γραφειοκρατία που τον αποκαλεί έτσι. Οι κριτικοί των καπιταλιστικών χωρών, από τους πιο φιλελευθέρους μέχρι τους πιο αντιδραστικούς «σοβιετολόγους», δέχονται αυτόν τον τίτλο για τον Μαγιακόφσκι.

Η ιδεαλιστική λογική δεν ανέχεται την αντίφαση είτε σαν φυσικό φαινόμενο είτε σαν μέρος της σκέψης. Θέλει να βάζει τα πάντα σε κατηγόριες – κουτάκια, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Ο Μαγιακόφσκι έγραψε υπέρ της επανάστασης – άρα επαναστάτης ποιητής. Και χρησιμοποιώντας την αυτοκτονία του προσπαθούν να αποδείξουν πιο «τραγικό τέλος» περιμένει κάθε καλλιτέχνη που προσπαθεί να προχωρήσει μαζί με την Επανάσταση.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Μαγιακόφσκι θεωρούσε τον εαυτό του «Κομμουνιστή – Φουτουριστή» και διακήρυσσε ότι: «ιδεολογικά δεν έχουμε τίποτα το κοινό με τον Ιταλικό (φασιστικό) φουτουρισμό. Το κοινό σημείο βρίσκεται μόνο στη μορφική επεξεργασία του υλικού»(4). Μ’ αυτή τη λανθασμένη άποψη περιεχομένου (ουσίας) – μορφής (όψης), ο Μαγιακόφσκι πίστεψε στη δημιουργία μιας επαναστατικής ποίησης σαν σύνθεσης επαναστατικής πολιτικής (περιεχομένου) και φουτουριστικού στυλ (μορφής).

Οι φουτουριστές πίστευαν ότι η σύγχρονη (μοντέρνα) τέχνη έπρεπε να βασιστεί πάνω στην τεχνολογία και στη μαζική μηχανική παραγωγή. Σ’ αυτό ήταν οι πρώτοι που αναγνώρισαν ότι, στη σημερινή κοινωνία, η τέχνη έπρεπε να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία της μοντέρνας μηχανής. Μια τέτοια αντιμετώπιση της τέχνης τους έφερε σε κατά μέτωπο σύγκρουση με το καλλιτεχνικό κατεστημένο και την ακαδημαϊκή αισθητική. Άλλα όσο και αν οι σκοποί του φουτουρισμού φαίνονταν αντικαλλιτεχνικοί και επαναστατικοί, εντελώς αντίθετοι στην τέχνη του κατεστημένου, στην πραγματικότητα έπαιζαν το ρόλο εκσυγχρονισμού της τέχνης, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν με τον ιμπρεσιονισμό, τον συμβολισμό, τον κυβισμό, κλπ. Τα κινήματα αυτά έπαιξαν αντικειμενικά, ρόλο ανανέωσης της τέχνης και πάντα ξεκίνησαν σαν ριζοσπαστικά κινήματα για να γίνουν μετά από λίγο, τα ίδια κατεστημένο. Το σημαντικό είναι ότι ο φουτουρισμός έφτασε στο ζενίθ του, στη Ρωσία τη στιγμή της σοσιαλιστικής επανάστασης, προτού γίνει δεκτός από το κατεστημένο. Με την επανάσταση, το καλλιτεχνικό κατεστημένο διαλύθηκε. Ξαφνικά οι φουτουριστές βρέθηκαν με απόλυτη ελευθερία έκφρασης, άλλα χωρίς εχθρό να χτυπήσουν και να σοκάρουν. Οι Φουτουριστές ήταν η πιο ριζοσπαστική τάση του μποέμικου διανοουμενισμού της μπουρζουαζίας. Με την Επανάσταση, η κοινωνική τους βάση – η αστική τάξη και τα μικροαστικά τσιράκια της – εξαφανίστηκε. Το κενό αναπληρώνεται από την επανάσταση. Το ζήτημα είναι όμως ότι σοσιαλιστική επανάσταση και Φουτουρισμός συγκροτούσαν δυο αντίθετα, ΄η πιο σωστά μια ενότητα αντίθετων, και όχι δυο όμοια όπως υποστήριζε ο Μαγιακόφσκι. Η προοπτική που ανοίγονταν, όπως υποστήριζε ο Τρότσκι, στο άμεσο μέλλον, ήταν η διαλεχτικής αλληλοδιείσδυση, σύγκρουση και μεταμόρφωση των δυο αντίθετων. Με αυτή την έννοια ο Φουτουρισμός θα γίνονταν ένα από τα κύτταρα της σοσιαλιστικής τέχνης και πολιτισμού.

Άλλα οι Φουτουριστές και ο Μαγιακόφσκι δεν ενδιαφέρονταν για μια τέτοια πορεία. Σε συναγωνισμό με άλλα καλλιτεχνικά κινήματα – ιδιαίτερα της Προλετκούλτ(5) – απαιτούν από τη σοβιετική κυβέρνηση αναγνώριση σαν η «επίσημη» τέχνη του νέου καθεστώτος. Ο Μαγιακόφσκι ήταν ένας από τους λίγους καλλιτέχνες και διανοούμενους που πήγαν, τον Νοέμβρη του 1917, σε μια ειδική συνάντηση καλλιτεχνών και Λουνατσάρσκι, στα γραφεία του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Υποστήριξε αμέσως την Επανάσταση, και το Φθινόπωρο του 1918 έπιασε δουλειά στο καλλιτεχνικό τμήμα του Επιτροπάτου (Υπουργείου) Παιδείας. Στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου έφτιαξε προπαγανδιστικές αφίσες και με άλλους ποιητές απάγγειλε στα διάφορα μέτωπα.

Το 1923 οι Φουτουριστές, Κονστρουκτιβιστές, και άλλες παρόμοιες ομάδες ιδρύουν το Αριστερό Μέτωπο Τέχνης και ο Μαγιακόφσκι έγινε ο διευθυντής του ομώνυμου περιοδικού (ΛΕΦ). Αυτά τα χρόνια ο Μαγιακόφσκι περιοδεύει όλη την Σοβιετική Ένωση και κάνει ταξίδια στην Ευρώπη και Αμερική. Στα ποιήματα του σατιρίζει τη γραφειοκρατία της Νέας Οικονομικής Πολιτικής και του κράτους. Δεν αποφεύγει και την ειρωνεία ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το ποίημα του «Παρασυνεδριάζοντες », που κατηγορεί τους μπολσεβίκους ότι τίποτα άλλο δεν κάνουν παρά να πηγαίνουν σε συνέδρια, θεωρήθηκε από τον Λένιν απόλυτα σωστό πολιτικά.(6)

Το 1927 η εσωκομματική πάλη στο Κομμουνιστικό Κόμμα κορυφώνεται. Η Ενωμένη Αριστερή Αντιπολίτευση (Τρότσκι – Ζηνόβιεφ – Κάμενεφ) πρότεινε 5χρονο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης, εκβιομηχάνισης, μάχη ενάντια στους Κουλάκους, εκδημοκρατισμό του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού. Η σταλινική πτέρυγα του κόμματος, σε συμμαχία με τη δεξιά (Μπουχάριν – Ρίκοφ) απόρριψε το πρόγραμμα της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Στην 10η επέτειο της Οχτωβριανής Επανάστασης, ο Στάλιν έστειλε την αστυνομία ενάντια στους οπαδούς της Αριστερής Αντιπολίτευσης που παρέλασαν με συνθήματα ενάντια στους κουλάκους και τη γραφειοκρατία. Η αστυνομία διέλυσε με ιδιαίτερη βαναυσότητα τους οπαδούς του Τρότσκι και κάποιος πυροβόλησε ενάντια της. Αυτό το γεγονός χαρακτηρίζεται από την Κεντρική Επιτροπή σαν «ανταρσία» της Αριστερής Αντιπολίτευσης και μια βδομάδα αργότερα οι Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, διώχνονται από το Κόμμα. Στις αρχές του 1928 ο Τρότσκι εξορίζεται στην Άλμα – Ατα.

Ο Στάλιν άρχισε μαζικούς διωγμούς με σκοπό να πνίξει κάθε αντιπολίτευση μέσα στο Κόμμα. Χιλιάδες εξορίζονται το 1928, το χρόνο που αποφάσισε να αποδεχτεί το βασικότερο από τα αιτήματα της Αριστερής Αντιπολίτευσης, το 5χρονο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης. Η εφαρμογή όμως του 5χρονου σχεδίου από τον Στάλιν είναι καταστροφική. Η βίαιη κολλεχτιβοποίηση των χωρικών και η αναγκαστική μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από το ένα άκρο της Σοβιετικής Ένωσης στο άλλο, δημιούργησε τεράστια κρίση. Οι χωρικοί καινέ τα προϊόντα τους και αιματηρές ταραχές ξεσπάνε παντού. Στις πόλεις επιβάλλεται δελτίο στα τρόφιμα και ο συνδυασμός γραφειοκρατίας και κακής διαχείρισης, έχει καταστροφικά αποτελέσματα στη βιομηχανία. Ο Στάλιν κατηγορεί χωρικούς, εργάτες, επιστήμονες, κομματικά στελέχη, για σαμποτάζ. Μεγάλες δίκες γίνονται το 1928-29 ιδιαίτερα τεχνοκρατών. Η διάσπαση στο Μπολσεβίκικο Κόμμα, η ανωμαλία της βίαιης κολλεχτιβοποίηση, οι δίκες και το παγκόσμιο οικονομικό κραχ του 1929 είχαν μεγάλη επίδραση πάνω στους καλλιτέχνες και διανοούμενους.

Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος καλεί τους καλλιτέχνες να βοηθήσουν την πολιτική του κράτους, με έργα που να πείθουν το λαό για τα μέτρα της κυβέρνησης. Όλοι οι συγγραφείς, σαν τον Μαγιακόφσκι, δέχονται τρομερή πίεση να εγκαταλείψουν την οποία καλλιτεχνική παράταξη, και να γίνουν μέλη της Ένωσης Προλεταριακών Συγγραφέων (ΡΑΠΠ), που υποστηρίζει την πολιτική του Στάλιν. Γεμάτη οπορτουνιστές και λακέδες του Στάλιν, η ΡΑΠΠ μεταμορφώνεται στα χρόνια 1926-28, στο όργανο της γραφειοκρατίας στην τέχνη. Όλοι όμως οι σημαντικοί συγγραφείς βρίσκονται έξω από αυτήν (Πιλνιάκ, Μπαμπέλ, Πάστερνακ, κλπ.).

Απ’ ότι στοιχεία έχουμε, ο Μαγιακόφσκι δεν υποστήριξε καμιά από τις πτέρυγες του Μπολσεβίκικου Κόμματος στην περίοδο 1927-30. Το 1927 δημοσιεύει το «πολύ ωραία», αισιόδοξο ποίημα για τα δέκα χρόνια της Επανάστασης. Το 1928 όμως γράφει το «Άσχημα», που Ποτε δεν δημοσιεύθηκε στη Σοβιετική Ένωση, όπου κριτικάρει τη ζωή στη χώρα. Εκείνη την εποχή, Ο Μαγιακόφσκι γράφει δυο θεατρικά έργα που αποτελούν την πιο οξεία επίθεση στη γραφειοκρατία και την υποκρισία της ζωής στη Σοβιετική Ένωση («Κοριός» 1928 και «Λουτρό» 1929). Και τα δυο έργα είναι γραμμένα σε στυλ επιθεώρησης και δεν έχουν μεγάλες δραματουργικές φιλοδοξίες. Ο Σοστακόβιτς, που έγραψε την μουσική για τον «Κοριό», ένιωσε μεγάλη αντιπάθεια για το έργο. Άλλα τα έργα είναι σάτιρα, με έμφαση στην πολιτική. Παραλές τις αδυναμίες τους είχαν τεράστια απήχηση στον πληθυσμό της Μόσχας και του Λένινγκραντ όταν παίχτηκαν το 1929 και 1930, επειδή ακριβώς σατίριζαν την κρατική γραφειοκρατία, τον κομματικό οπορτουνισμό και τα μικροαστικά ήθη και έθιμα. Άλλα οι κριτικές είναι στην καλύτερη περίπτωση ουδέτερες και αδιάφορες, ενώ ένα καλλιτεχνικό περιοδικό κάτω από την ηγεμονία της ΡΑΠΠ του εξασκεί οξεία κριτική.

Στις 30 Γενάρη το «Λουτρό» ανεβαίνει στο Λένινγκραντ και στο τέλος του Μάρτη στην Μόσχα. Οι κριτικές είναι έντονα επιθετικές απ’ όλες τις πλευρές. Η ΡΑΠΠ κατηγορεί τον Μαγιακόφσκι ότι δεν υπακούει στις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος σχετικά με τις υποχρεώσεις των συγγραφέων. Από τον Τύπο αρχίζει εκστρατεία εναντίον του με συνεντεύξεις εργατών, αγροτών και νοικοκυρών που «δεν καταλαβαίνουν τι θέλει να πει το έργο». Εργάτες δηλώνουν στην «Απογευματινή Μόσχα» ότι το έργο «δεν είναι καλλιτεχνικό» άλλα «τσίρκολο» και «καραγκιόζης». Η «Κομσομόλσκαγια Πραβντα», στην οποία συνεργάστηκε ο ποιητής από το 1926 μέχρι το θάνατο του, γράφει «φιάσκο του Λουτρού, αποτυχία του Λουτρού».(7)

Για την παράσταση του «Λουτρού» ο Μαγιακόφσκι διακόσμησε το θέατρο με πάνω πάνω στα οποία έγραψε έμμετρα συνθήματα. Ένα από αυτά έγραφε:

Τα σμήνη των γραφειοκρατών
Δεν μπορούν να εξολοθρευτούν
Εδώ και τώρα.

Θα χρειαστούν
Πολλά λουτρά
Και πολύ σαπούνι.

Ακόμα και τώρα
Οι γραφειοκράτες
Υποστηρίζονται

Από κριτικούς,
σαν τον Ερμίλοφ.(8)

Η ηγεσία της ΡΑΠΠ, της οποίας ο Ερμίλοφ ήταν ηγετικό στέλεχος, απαίτησε την αφαίρεση του πάνω, και ο Μαγιακόφσκι το κατέβασε. Σε αντίθεση με τις δριμείες επιθέσεις του στην γραφειοκρατία και στην ΡΑΠΠ, ο Μαγιακόφσκι έγινε μέλος της ΡΑΠΠ τρεις μήνες πριν αυτοκτονήσει. Η πράξη του αυτή προξένησε έκπληξη στους φίλους και συνεργάτες του της Οργάνωσης Επαναστατικό Μέτωπο Τέχνης που είχε ιδρύσει ο ίδιος 10 μήνες πριν.

Η επίθεση της γραφειοκρατίας και της ΡΑΠΠ ενάντια στον Μαγιακόφσκι κορυφώθηκε τον Φλεβάρη-Μάρτη του 1930. Την 1η Φλεβάρη ανοίγει η έκθεση του Μαγιακόφσκι «20 Χρόνια Δουλειάς». Η έκθεση περιλάμβανε βιβλία, αφίσες, πίνακες του Μαγιακόφσκι και φωτογραφίες από τη ζωή του. Η έκθεση μποϋκοτάρεται από τις Σοβιετικές αρχές, τη ΡΑΠΠ και της εφημερίδες. Ο Μαγιακόφσκι διαμαρτύρεται γιατί η «Κομσομολσκαγια Πραβντα» ενώ δημοσιεύει ένα άρθρο γι’ αυτόν δεν γράφει τίποτα για την έκθεση.

Στις 25 του Μάρτη ο Μαγιακόφσκι μιλάει σε μια συγκέντρωση, οργανωμένη από νεαρούς θαυμαστές του και καταγγέλλει ότι στα 20 χρόνια πάντα δέχονταν επιθέσεις από στενοκέφαλους γραφειοκράτες. Κατηγορεί επίσης τις αρχές και τους επίσημους που δεν ήρθαν στην έκθεση του. Σε μια άλλη συγκέντρωση, δέκα μέρες πριν αυτοκτονήσει, κάποιος τον πληροφορεί – μπροστά σε όλο το κοινό – ότι ένα καλλιτεχνικό περιοδικό ετοίμαζε αφιέρωμα γι’ αυτόν με φωτογραφία και χαιρετισμούς για την έκθεση του. Μόλις το έμαθε όμως αυτό ο διευθυντής του Κρατικού Εκδοτικού Οίκου διέταξε να μην κυκλοφορήσει το περιοδικό, παρόλο που είχε ήδη τυπωθεί.

Στις 12 Απρίλη ο Μαγιακόφσκι γράφει το σημείωμα της αυτοκτονίας του. Στις 14 με περίστροφο αυτοκτονεί. Στο σημείωμα έγραψε: «Η βάρκα της αγάπης τσακίστηκε πάνω στην καθημερινότητα». Στον λόγο του στις 25 Μάρτη είχε πει «Στα είκοσι χρόνια της λογοτεχνικής μου δουλειάς…ήμουν υποχρεωμένος να υπερασπίζομαι τις άλφα ΄η βήτα επαναστατικές λογοτεχνικές θέσεις… ενάντια στην ρουτίνα που συναντά κανείς στη δεκατριάχρονη δημοκρατία μας»(9).

Αντίθετα από άλλους σοβιετικούς καλλιτέχνες, ιδιαίτερα τον Αιζενστάιν, ο Μαγιακόφσκι έμεινε μακριά από τις μελέτες σχετικά με τον Διαλεχτικό Υλισμό και την τέχνη, παρόλη την θεωρητική του κατάρτιση και πολυγραφότητα στα θέματα της τέχνης. Στο τελευταίο του ποίημα «Μ’ όλη μου τη Φωνή», γράφει:

Δεν μάθαμε
τη διαλεχτικής
από τις εξυπνάδες του Χέγκελ.

Μεσ’ την αντάρα της μάχης
Ξεχύθηκε στους στίχους μας…

Μια τέτοια αντιμετώπιση της Διαλεχτικής είναι χαρακτηριστικό του Μαγιακόφσκι που τα βλέπει όλα «άσπρα ΄η μαύρα». Η διαλεχτικής πορεία και η αντιφατικότητα – ίσως το πιο χαρακτηριστικό της σοβιετικής ζωής τότε – δεν αναγνωρίζονται από τον Μαγιακόφσκι. Γι’ αυτόν αρκούν οι μεγαλειώδεις παρομοιώσεις και τα ευχητήρια στον Λένιν. Είναι γνωστή η τεράστια συνεισφορά του Λένιν στη διαλεχτικής, μια θεωρητική πάλη που ο ίδιος είδε σαν απαραίτητη για τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία και παγκόσμια. Μετά την επανάσταση ο Λένιν πρότεινε την ίδρυση συνδέσμου «Υλιστών Φίλων της Χεγκελιανής Διαλεχτικής» για την μελέτη της διαλεχτικής και από επιστήμονες, διανοούμενους, κλπ., σε συνεργασία με τους κομμουνιστές. Παρόλη την υπερηφάνεια του ότι ήταν υλιστής ποιητής, ο Μαγιακόφσκι δεν έδωσε προσοχή στον Λένιν που έγραψε ότι «για να μείνει σταθερός σε αυτή την μάχη (ενάντια στην καπιταλιστική ιδεολογία) και να νικήσει, ο επιστήμονας της φυσικής πρέπει να είναι ένας μοντέρνος υλιστής, ένας συνειδητός υποστηρικτής του υλισμού που πρεσβεύει ο Μαρξ, πρέπει να είναι δηλαδή ένας διαλεχτικός υλιστής».(10)

Η επιστήμη και η Τέχνη βέβαια λειτουργούν διαφορετικά και έχουν τους ιδιαίτερους νόμους τους, άλλα η ουσία των λόγων αυτών του Λένιν έχει μεγάλη σημασία και για την τέχνη. Ο Διαλεχτικός Υλισμός δεν είναι μια μέθοδος που «εφαρμόζεται» και στην τέχνη και έτσι γινόμαστε καλύτεροι καλλιτέχνες. Η ποιότητα του έργου του και η κατανόηση από ένα καλλιτέχνη του Διαλεχτικού Υλισμού δεν είναι ποσά ανάλογα.

Αριστεροί και κομμουνιστές καλλιτέχνες – από τον καιρό του Μαρξ – προβληματίστηκαν στο πώς να δημιουργήσουν έργα συνεπή των σοσιαλιστικών και επαναστατικών τους ιδεών. Ο Μαγιακόφσκι πίστευε ότι ο Φουτουρισμός και μόνο του έδινε τη δυνατότητα να μιλήσει για τον Οχτώβρη με ρύμες αντάξιες της επανάστασης. Η ιστορία μας δείχνει ότι η σχέση Επανάστασης και Τέχνης είναι διαλεχτικής και αλλάζει διαρκώς. Δεν είναι μια σχέση δεδομένη ούτε υπάρχει φόρμουλα που θα εφαρμόζουμε πάντα. Ούτε είναι δυνατό σήμερα να ονομάσουμε επαναστατική τέχνη έργα τα οποία είναι μίμηση – όσο κι αν κρύβονται κάτω από μοντέρνα φρασεολογία ΄η στυλ – του Μαγιακόφσκι και των άλλων σοβιετικών καλλιτεχνών. Επαναστατική τέχνη σήμερα δεν μπορεί να είναι οι ενθουσιώδεις στίχοι που αφήνουν απέξω την πραγματικότητα, την αντιφατική πραγματικότητα με όλα τα πλην και συν.

Η πάλη του Μαγιακόφσκι και των άλλων σοβιετικών καλλιτεχνών της δεκαετίας του ’20, μπορεί να συνεχιστεί και να αναπτυχθεί με τη μελέτη της σχέσης Τέχνης – Διαλεχτικού Υλισμού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) «Η Αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι», άρθρο του Λ. Τρότσκι δημοσιευμένο στο Δελτίο της Ρωσικής Αριστερής Αντιπολίτευσης το Μάη του 1930. ( Θα το βρείτε στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ εδώ: http://anatolikos.com/trotski/magia249.htm “Λογοτεχνία και Επανάσταση», εκδόσεις «Αλλαγή», Αθήνα, 1984, σελ. 212.
(2) Η δήλωση του αστυνομικού επιθεωρητή Σιρτσόβ: «Τα στοιχεία της προκαταρκτικής εξέτασης δείχνουν ότι η αυτοκτονία οφείλεται σε αιτίες καθαρά προσωπικής φύσης και δεν έχουν να κάνουν τίποτα με τις κοινωνικές και λογοτεχνικές ασχολίες του ποιητή. Της αυτοκτονίας προηγήθηκε μακριά αρρώστια, από την οποία ο ποιητής δεν είχε αναρρώσει εντελώς», (Ειδική Έκδοση της «Λογοτεχνικής Εφημερίδας» και της «Κομσομόλσκαγια Πραβντα», σελ. 4, Πέμπτη 17 Απρίλη 1930).
(3) Βλ. «Λογοτεχνία και Επανάσταση», Κεφάλαιο IV, «Ο Φουτουρισμός», σελ. 103-131.
(4) Β. Μαγιακόφσκι: «Ποίηση και Επανάσταση», σε μετάφραση Α. Βογιάζου, εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα, 1982, σελ. 53.
(5) ΠΡΟΛΕΤΚΟΥΛΤ (Προλεταριακή Κουλτούρα): Οργάνωση που υποστήριζε ότι η τέχνη του σοβιετικού κράτους πρέπει να είναι οι καλλιτεχνικές δημιουργίες των εργατών και μόνο. Η Προλετκούλτ θεωρούσε όλη την προεπαναστατική τέχνη αντιδραστική που δεν είχε καμιά άξια για την κουλτούρα του σοβιετικού κράτους. Ο Λένιν και ο Τρότσκι, πολέμησαν ιδιαίτερα αυτή την τάση και οργάνωση που ανέπτυξε δράση στα χρόνια 1917-21. Βασικός ιδεολόγος αυτής της θεωρίας ήταν ο Α.Α. Μπογντάνοφ, γνωστός από το βιβλίο του Λένιν «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός».
(6) Λόγος στην Κομμουνιστική Ομάδα, στο συνέδριο εργατών μετάλλου, 6 Μαρτίου 1922. Δημοσιεύτηκε στην «Πραβντα» 8/3/22. «Ο Λένιν για την Κουλτούρα και την Τέχνη». Αγγλική έκδοση Μόσχας, 1970, σελ. 158.
(7) «Ποίηση και Επανάσταση»: σελ. 154.
(8) “Vladimir Mayakovsky: A. Tragedy”. A.D.P. Briggs, W.A.A. Meeyws. Oxford, 1979.
(9) «Ποίηση και Επανάσταση», σελ. 139.
(10) «Για την σπουδαιότητα του Μαχόμενου Υλισμού», Λένιν: «Απαντά», τόμος 33, αγγλική έκδοση Μόσχας, σελ. 233.

04/11/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου