Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Η ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ


Η ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ

Βήχος Παναγιώτης

Υπάρχει μία αυξανόμενη κίνηση τόσο στο Φόρουμ του ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ και στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ, όσο και στην επικοινωνία μαζί μας διαφόρων διανοουμένων, φοιτητών, ιστορικών, επιστημόνων και άλλων φίλων οι οποίοι μας θέτουν ερωτήματα και διατυπώνουν τη συμφωνία ή την αντίρρησή τους στα όσα δημοσιεύουμε. Δεν διεκδικούμε το αλάθητο αλλά προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την ιστορία και την πολιτική κατάσταση στη χώρα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο με βάση τη μαρξιστική ανάλυση και θεώρηση των πραγμάτων.

Σήμερα απαντούμε στην ερώτηση ενός φίλου καθηγητή ο οποίος όμως θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του. Ο φίλος αυτός εκθειάζει τον διανοούμενο Ευάγγελο Παπανούτσο, ο οποίος πέρα από τις αντιρρήσεις που θα παραθέσουμε, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ήταν ο πιο αξιόλογος, ίσως, κι ένας από τους ελάχιστους αστούς φιλοσόφους, που δυστυχώς περιορίζονταν να αναμασούν από τις έδρες τους στα πανεπιστήμια κακοχωνεμένες ιδέες που άκουσαν στα δυτικοευρωπαϊκά πανεπιστήμια.

Ως γνωστόν η φιλοσοφική προσφορά του Ευάγγελου Παπανούτσου, πέρα από το παιδαγωγικό του έργο, δίνεται σε μια παραδοσιακού τύπου τριλογία: Γνωσιολογία, Ηθική, Αισθητική.

Στο φέρετρο του φιλόσοφου Ε. Παπανούτσου, που πέθανε αρχές του Μάη του 1982, γονάτισαν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί και ιδεολογικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης στην Ελλάδα. Δεν ήταν μόνο η τότε κυβερνητική παράταξη, που με πολλά από τα στελέχη της ο Παπανούτσος είχε επιχειρήσει το 1964-’65 να προωθήσει την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση. Τον επικήδειό του, τον έβγαλε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ορκισμένος εχθρός του εκείνη την περίοδο, αν και είχαν συγγενείς φιλοσοφικούς προσανατολισμούς και κοινές σπουδές στα πανεπιστήμια της Γερμανίας, όπου ανθούσε ο νεοκαντιανισμός, στην περίοδο του μεσοπόλεμου.

Η «Καθημερινή», που αφιέρωσε επιφυλλίδες που τιμούσαν το έργο του Παπανούτσου, την περίοδο του 1964-’65 έχυνε χολή και ξύδι ενάντια σε μεταρρυθμίσεις όπως π.χ. η αύξηση των ωρών διδασκαλίας μαθηματικών και φυσικοχημίας σε βάρος των αρχαίων ελληνικών κλπ. Προτίμησαν να ξεχάσουν εκείνη την περίοδο όπου το όνομα και τα κείμενα του Παπανούτσου αποτελούσαν κύρια άρθρα της «Ακρόπολις» και του «Ελεύθερου Κόσμου», που τον αποκαλούσαν «άθεο», «υλιστή» και ίσως κρυπτοκομμουνιστή!... Χα χα χα!

Η μεταβολή οφείλεται στο ότι η ανάπτυξη της αντικειμενικής κατάστασης έκανε έτσι ώστε εκείνες οι μεταρρυθμίσεις, που δεν ξεπερνούσαν τα πλαίσια ενός αστικού εκσυγχρονισμού της απαρχαιωμένης Παιδείας, συνυφασμένες με τις αλλαγές που συντελούνταν εκείνη την περίοδο στον ελληνικό καπιταλισμό, πραγματοποιήθηκαν σε ένα μεγάλο βαθμό από την ίδια τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό που έκανε ο Παπανούτσος, μέσα από την τότε Ένωση Κέντρου ήταν να προσπαθήσει να προσαρμόσει την Παιδεία στις νέες ανάγκες του καπιταλισμού, την ευρύτατη εκβιομηχάνιση μέσα από την εισροή δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου, την ανάγκη για τεχνικά στελέχη, κλπ.

Οι ορίζοντες του ουμανιστή παιδαγωγού, που ισχυριζόταν ότι έβαζε στο κέντρο της προσοχής του τον άνθρωπο (στην πραγματικότητα το άτομο), ήταν τόσο περιορισμένοι, ώστε το φόβητρο αυτό του δεξιού κατεστημένου να γίνει αποδεκτό το 1980 μέσα στο άντρο του μεσαιωνικού συντηρητισμού, την Ακαδημία Αθηνών. Αυτά είναι τα όρια του φιλελευθερισμού, που αντιπροσώπευε ο Παπανούτσος στο ιδεολογικοπολιτικό πεδίο. Ο Ε. Παπανούτσος όπως είπαμε και πιο πάνω, ήταν ο πιο αξιόλογος, ίσως, κι ένας από τους ελάχιστους αστούς φιλοσόφους, που δυστυχώς περιορίζονταν να αναμασούν από τις έδρες τους στα πανεπιστήμια κακοχωνεμένες ιδέες που άκουσαν στα δυτικοευρωπαϊκά πανεπιστήμια.

Ως γνωστόν η φιλοσοφική προσφορά του Ευάγγελου Παπανούτσου, πέρα από το παιδαγωγικό του έργο, δίνεται σε μια παραδοσιακού τύπου τριλογία: Γνωσιολογία, Ηθική, Αισθητική.

«Κριτική»

Ονομάζει τη φιλοσοφία του «κριτική» και προσπαθεί να διαφοροποιήσει τον όρο αυτό από την χρήση του από τον Καντ. Το τι εννοούσε με την «κριτική» ο Παπανούτσος φαίνεται από τον τρόπο που προσπαθούσε να λύσει το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας: Προηγείται το είναι της συνείδησης ή το αντίθετο; Ο Παπανούτσος λέει ότι το «κριτικό πνεύμα δεν ικανοποιείται ούτε με τη λύση του ιδεαλισμού, ούτε με τη λύση του ρεαλισμού» (η λέξη υλισμός απουσιάζει τελείως από την ορολογία του…κρυπτοκομμουνιστή Παπανούτσου!...). Χρειάζεται, λέει, μια «διαλεχτική σύνθεση των επιμέρους απόψεων σε μια συνολική θεώρηση».

Αν μείνει κανείς στα πλαίσια της θεωρίας είναι υποχρεωμένος να δεχτεί την λογική των νεοκαντιανών, σαν τον Ρίκερτ, που αποδείχνουν ότι δεν υπάρχει «πράγμα καθεαυτό», αντικειμενικός κόσμος ανεξάρτητος από τη συνείδηση. Η βεβαιότητα για την ύπαρξη του κόσμου που πηγάζει από την πράξη, σαν έκφραση της βούλησης. Δηλαδή έξω από τα όρια της θεωρίας. Με την πράξη δεν γνωρίζεις, αλλά απλώς καταλαβαίνεις την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας σαν κάτι που σου αντιστέκεται.

Έτσι ο Παπανούτσος αναγνώριζε την «αυθυπαρξία φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας». Αλλά λέει ταυτόχρονα ότι υπάρχει στο βαθμό που κατακτάται από το πνεύμα, «και γνωρίζεται σ’ ένα σύμφωνα με τους νόμους της συνείδησης πειθαρχημένο σύστημα εννοιών». Για το ζήτημα αν οι ιδέες που έχουμε για την πραγματικότητα ανταποκρίνονται σε αυτή, ο Παπανούτσος υιοθετεί επίσης μια «μετριοπαθή» άποψη (με πολύ σκεπτικισμό είναι αλήθεια) της «μερικής ταυτότητας ανάμεσα στις κατηγορίες του είναι και τις κατηγορίες της γνώσης», άποψη του γερμανού φιλόσοφου Νικολάι Χάρτμαν.

Αυτό είναι ένα παράδειγμα για το πώς αντιλαμβάνεται την «κριτική» ο Παπανούτσος. Μια εκλεκτικιστική μέθοδος, που προσπαθεί να βρει μια «χρυσή τομή», ανάμεσα σε δύο αντίθετα. Η διαλεχτική γι’ αυτόν είναι ο διάλογος ανάμεσα σε δυό συγκρουόμενες απόψεις, έτσι ώστε να βρεθεί μέσα από ποιο συνδυασμό τους, στο επίπεδο της σκέψης μπορούν να διατυπώσουν την αντικειμενική πραγματικότητα. Κάθε προσπάθεια ωστόσο συνδιαλλαγής του υλισμού με τον ιδεαλισμό είναι ιδεαλισμός και η πεμπτουσία του καντιανού αγνωστικισμού. Όλη η προσπάθεια του Παπανούτσου είναι να βρει τι «θετικό» υπάρχει μέσα σε όλες τις αστικές φιλοσοφικές σχολές, σε ένα σύστημα ιδεών, όπου «η γνώση είναι αντάξια επιδίωξη του πνεύματος». Πιστεύει πως έχει «πρακτική χρησιμότητα» αλλά μόνο η «θεωρητική σκοπιμότητα», όλες οι άλλες είναι ύποπτες…

Εκεί όμως που ο Παπανούτσος γίνεται άκρατος υποκειμενιστής είναι η ιστορία της κοινωνίας. Αν και, όπως λέει, και στη γνώση της φυσικής πραγματικότητας υπάρχει «στη μεθοδολογική θεμελίωση και στη θεωρητική ολοκλήρωση» η «σφραγίδα της προσωπικότητας», στην «Ιστοριογνωσία υπάρχει δικαιωματικά. Από τη φύση της και κατά τη λειτουργική της σημασία, η ιστορική είναι αλήθεια που τελικά σχηματίζεται και πείθει με ορισμένη προσωπική προοπτική, με ορισμένη προσωπική οπτική γωνία». (Οι υπογραμμίσεις είναι του ίδιου).
Αν και στον φυσικό κόσμο αμφισβητεί την ύπαρξη αντικειμενικών νόμων, στην ιστορία τα πάντα είναι προϊόν της προσωπικής στάσης του ιστορικού. Η μόνη αναφορά στον Μαρξ σε ολόκληρη τη Γνωσιολογία του είναι όταν προσπαθεί να αποδείξει ότι «η ιδέα της πάλης των τάξεων, πριν γίνει νόμος ιστορικός, ήταν μέσα στη συνείδηση του Μαρξ ένα αίτημα που το έθετε επιτακτικά η αξιολόγηση της κοινωνικής ζωής και των πολιτικών θεμάτων της». Αντίθετα, ανάλογες απαιτήσεις στην αλήθεια πρέπει να έχει η ερμηνεία που δίνει στην ιστορική κίνηση ο άγγλος ιστορικός Αρνολντ Τόιμπι, που πιστεύει ότι «η ιστορική λειτουργία των πολιτισμών είναι με την πτώση τους να χρησιμεύουν ως ορόσημα σε μια προοδευτική αποκάλυψη βαθύτερων θρησκευτικών ιδεών». Για τον Παπανούτσο «αν κατορθώναμε κάποτε να εξαλείψουμε κάθε ίχνος υποκειμενισμού από την ιστοριογραφία, το αποτέλεσμα θα ήταν να διαλυθεί και η ίδια»…

Ιδεαλιστική Αντίληψη για την Ιστορία

Η τελείως υποκειμενική και ιδεαλιστική αντίληψη για την ιστορία του Ευάγγελου Παπανούτσου φαίνεται ιδιαίτερα σε μια «Φιλοσοφική Άποψη της Ιστορίας της Φιλοσοφίας» που επιχειρεί να κάνει. Δεν είναι μόνο ότι απουσιάζει τελείως από εκεί η λέξη μαρξισμός, και η λέξη «ματεριαλισμός» αναφέρεται με δέος. Αποκαλεί τη χεγκελιανή φιλοσοφία «ύβρη της φιλοσοφίας». Από τη μια ο χεγκελιανός «συλλογισμός» και από την άλλη ο υλισμός δεν αφήνουν «θέση για τον άνθρωπο σαν αυτοδύναμο κέντρο ζωής σαν άτομο με τη μοναδική του ιστορία…». Και σαν ευοίωνες ενδείξεις αναζωογόνησης της φιλοσοφίας βλέπει την τάση «με την αναβίωση της θρησκευτικής ιδεολογίας…να ξαναβρεί πάλι τη θέση του μέσα στον κόσμο και τη ζωή, το μυστήριο και το θαύμα».

Μεγαλύτερη σημασία δίνει στο «λογικό θετικισμό» του κύκλου της Βιέννης, στην κίνηση της μαθηματικής ή «συμβολικής λογικής», στη «γνωσιολογική ανάλυση», στον αμερικάνικο «νεοπραγματισμό» και στις υπαρξιακές φιλοσοφίες. Αλλά και στην αναβίωση μιας «προσαρμοσμένης στις επιστήμες» Μεταφυσικής (Μπέρξον, κλπ.).

Εδώ υπάρχει ο πιο μεγάλος πεσιμισμός, προϊόν της ιδεολογικής κατάρρευσης της αστικής τάξης, λόγω της ιστορικής της χρεοκοπίας. Αυτό μαζί με την κρίση στις επιστήμες, έχει οδηγήσει – τότε και σήμερα – στις πιο αντιδραστικές, υποκειμενικές ιδεαλιστικές απόψεις. Δεν είναι τυχαία η επιρροή – την περίοδο εκείνη – του Oswald Spengler πάνω στον Παπανούτσο που διαπιστώνει ο Π. Νούτσος (Βλέπε Νεοελληνική Φιλοσοφία – οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών της προσεγγίσεων» ΚΕΔΡΟΣ, Νοέμβρης 1981, που συγκεντρώνει εργασίες του συγγραφέα για «χαρακτηριστικούς εκπροσώπους και βασικά προβλήματα της νεοελληνικής φιλοσοφίας από τον 18ο αιώνα μέχρι το 1981).

Ο σχετικισμός στην ιστορία διατυπώθηκε από τον Σπένγκλερ, τον οποίο μεταχειρίζεται ευνοϊκά ο Παπανούτσος στο έργο του. «Εξηγεί, λέει, ευφυέστατα, με την υπόθεση των “ψυχών του πολιτισμού”, το πώς σε μια ορισμένη εποχή, ανάλογα με τον ιδιαίτερο πολιτισμό της… η πρώτη (η ανάγκη του τέλους) θεωρείται ανάγκη ασθενέστερη και η δεύτερη (ανάγκη της τάξης) ισχυρότερη και πώς πάλι σε μια άλλη εποχή η σειρά προτεραιότητας αντιστρέφεται». Οι δύο ανάγκες είναι «δυό βασικές απαιτήσεις της συνείδησης» για τον Σπένγκλερ, και για τον Παπανούτσο.

Ο Σπένγκλερ ήταν αυτός που μίλησε για τη «Δύση του Δυτικού Πολιτισμού», δίνοντας τροφή στις ναζιστικές θεωρίες, μετά την ήττα της Γερμανίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επίδραση του Σπένγκλερ δεν είναι φυσικά άσχετη με τις ιδιαίτερες συνέπειες στην ελληνική αστική διανόηση της μικρασιατικής καταστροφής. Και της ανάγκης που διαπίστωσε μετά την κατάρρευση των ονείρων της Μεγάλης Ελλάδας, να συσπειρώσει όλα τα αντιδραστικά ιδεολογικά μέσα της για να αντιμετωπίσει πλέον τον κίνδυνο από την εργατική τάξη.

Ο Παπανούτσος πρόβαλε μια «υπό όρους αισιοδοξία» για το μέλλον, μαζί με ένα διάχυτο σκεπτικισμό για το αν θα μπορούσε να υπάρξει κάποιο μέλλον στην αστική φιλοσοφία και σε τελευταία ανάλυση στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Δεν ανάπτυξε καμιά πρωτότυπη φιλοσοφική ιδέα, πολύ περισσότερο καθώς όλη η μεταχεγκελιανή εξέλιξη της αστικής φιλοσοφίας δεν είναι παρά ένα αναμάσημα προγενέστερων φιλοσοφικών απόψεων με ιδιαίτερη έμφαση την επιστροφή στον καντιανισμό, στον χιουμισμό, σε κάθε είδους αγνωστικισμό και υποκειμενικό ιδεαλισμό.

Ο Παπανούτσος ήταν ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της τάσης στην Ελλάδα. Προσπάθειά του ήταν να μεταφυτέψει τις «επιτεύξεις του ευρωπαϊκού πνεύματος» στις συνθήκες της παραδοσιακής θεωρητικής καθυστέρησης και του ετεροφωτισμού της υποτελούς ντόπιας αστικής τάξης. Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός σε μια άλλη περίοδο προσπάθησε να μπολιάσει τις ανατρεπτικές πολιτικές και φιλοσοφικές ιδέες της Ευρώπης στην Ελλάδα, στην περίοδο της πάλης για εθνική ανεξαρτησία. Δεν είναι το ίδιο για τους μεταγενέστερους εκπροσώπους της αστικής τάξης, που προσπάθησαν να μεταλαμπαδεύσουν το θεωρητικό σκεπτικισμό και την πλήρη αποσύνθεση της φιλοσοφικής σκέψης που διδάχτηκαν στα γερμανικά ιδιαίτερα πανεπιστήμια, μέσα σε συνθήκες ιστορικής χρεοκοπίας του καπιταλισμού.

31/10/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου